birthright

Listen:
UK:*UK and possibly other pronunciationsUK and possibly other pronunciations/ˈbɜːrθraɪt/US:USA pronunciation: IPA and respellingUSA pronuncation: IPA/ˈbɝθˌraɪt/ ,USA pronunciation: respelling(bûrthrīt′)

WordReference English-Greek Dictionary © 2020:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
birthright nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. ([sth] entitled to by birth) (νομική)πατρογονικό δικαίωμα επιθ + ουσ ουδ
  (πρώτο παιδί)πρωτοτόκια ουσ ουδ πλουσιαστικό αρσενικό πληθυντικός: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους και είτε χρησιμοποιείται μόνο στον πληθυντικό, π.χ. τα κάλαντα, είτε αναφέρεται στον πληθυντικό για την ορθή απόδοση του μεταφραζόμενου όρου.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση birthright στον τίτλο:

Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο 'birthright'.

Σε άλλες γλώσσες Ισπανικά | Γαλλικά | Ιταλικά | Πορτογαλικά | Ρουμανικά | Γερμανικά | Ολλανδικά | Σουηδικά | Ρωσικά | Πολωνικά | Τσέχικα | Τούρκικα | Κινέζικα | Ιαπωνικά | Κορεατικά | Αραβικά

Advertisements
Advertisements

Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης