Σε αυτή τη σελίδα: birthing, birth

WordReference English-Greek Dictionary © 2020:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
birthing nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (childbirth)γέννα ουσ θηλουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.
  τοκετός ουσ αρσουσιαστικό αρσενικό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα αρσενικού γένους.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

WordReference English-Greek Dictionary © 2020:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
birth nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (childbirth)γέννα ουσ θηλουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.
  (επίσημο)τοκετός ουσ αρσουσιαστικό αρσενικό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα αρσενικού γένους.
  (γεγονός)γέννηση ουσ θηλουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.
 The birth went well and the mother is feeling fine.
 Η γέννα πήγε καλά και η μητέρα αισθάνεται περίφημα.
 Ο τοκετός πήγε καλά και η μητέρα αισθάνεται περίφημα.
 Αυτή η πρόταση δεν είναι μετάφραση της αγγλικής πρότασης. Το πιο σημαντικό γεγονός στη ζωή της, ήταν η γέννηση της κόρης της.
birth nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (ancestry)γενιά ουσ θηλουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.
  (μεταφορικά)αίμα ουσ ουδουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.
 The Queen was not of noble birth.
 Η Βασίλισσα δεν ήταν από γενιά ευγενών.
birth nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. figurative (beginning) (μεταφορικά)γέννηση ουσ θηλουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.
 Many say the birth of civilization occurred in the Middle East.
 Πολλοί λένε πως η γέννηση του πολιτισμού έγινε στη Μέση Ανατολή.
birth [sb] vtrtransitive verb: Verb taking a direct object--for example, "Say something." "She found the cat." (baby: give birth to)γεννάω, γεννώ ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
 My grandmother birthed all ten of her babies without medical intervention.
 Η γιαγιά μου γέννησε και τα δέκα παιδιά της χωρίς ιατρική παρέμβαση.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

WordReference English-Greek Dictionary © 2020:

Σύνθετοι τύποι:
birthing | birth
ΑγγλικάΕλληνικά
birthing room,
birthing suite
nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc.
(delivery suite for childbirth)αίθουσα τοκετού φρ ως ουσ θηλφράση ως ουσιαστικό θηλυκό: Σύνολο λέξεων που αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους, π.χ. καθηγήτρια φυσικής αγωγής, διευθύντρια γυμνασίου κλπ.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.
Ο όρος 'birthing' βρέθηκε επίσης στις εγγραφές:
Στην αγγλική περιγραφή:

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση birthing στον τίτλο:

Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο 'birthing'.

Σε άλλες γλώσσες Ισπανικά | Γαλλικά | Ιταλικά | Πορτογαλικά | Ρουμανικά | Γερμανικά | Ολλανδικά | Σουηδικά | Ρωσικά | Πολωνικά | Τσέχικα | Τούρκικα | Κινέζικα | Ιαπωνικά | Κορεατικά | Αραβικά

Advertisements
Advertisements

Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης