biro

Listen:
UK:*UK and possibly other pronunciationsUK and possibly other pronunciations'Biro', 'biro': /ˈbaɪrəʊ/

WordReference English-Greek Dictionary © 2020:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
Biro,
biro
nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc.
® (disposable ballpoint pen)στυλό ουσ ουδ άκλουσιαστικό ουδέτερο άκλιτο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους και δεν κλίνεται, π.χ. σάντουιτς, κομπιούτερ κλπ. Συχνά είναι ξενικής προέλευσης.
  στυλό διαρκείας φρ ως ουσ ουδφράση ως ουσιαστικό ουδέτερο: Σύνολο λέξεων που αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους, π.χ. ανώτατο εκπαιδευτικό ίδρυμα, απολυτήριο λυκείου κλπ.
Σχόλιο: As a registered trademark, "Biro" should be capitalized, but it is usually not capitalized in informal communication.
Σχόλιο: στυλό: ξενικό, άκλιτο
 If you do your homework in biro, you won't be able to rub out your mistakes.
 Αν γράψεις την εργασία σου με στυλό, δεν θα μπορείς να σβήσεις τα λάθη σου.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.
Ο όρος 'biro' βρέθηκε επίσης στις εγγραφές:
Στην αγγλική περιγραφή:

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση biro στον τίτλο:

Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο 'biro'.

Σε άλλες γλώσσες Ισπανικά | Γαλλικά | Ιταλικά | Πορτογαλικά | Ρουμανικά | Γερμανικά | Ολλανδικά | Σουηδικά | Ρωσικά | Πολωνικά | Τσέχικα | Τούρκικα | Κινέζικα | Ιαπωνικά | Κορεατικά | Αραβικά

Advertisements
Advertisements

Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης