birdie

UK:*UK and possibly other pronunciationsUK and possibly other pronunciations/ˈbɜːrdi/US:USA pronunciation: IPA and respellingUSA pronuncation: IPA/ˈbɝdi/ ,USA pronunciation: respelling(bûrdē)

Inflections of 'birdie' (v): (⇒ conjugate)
birdies
v 3rd person singular
birdieing
v pres pverb, present participle: -ing verb used descriptively or to form progressive verb--for example, "a singing bird," "It is singing."
birdied
v pastverb, past simple: Past tense--for example, "He saw the man." "She laughed."
birdied
v past pverb, past participle: Verb form used descriptively or to form verbs--for example, "the locked door," "The door has been locked."
Σε αυτή τη σελίδα: birdie, bird
Ο όρος 'birdie' αποτελεί εναλλακτική του όρου 'bird'. Θα τον βρείτε σε μία ή περισσότερες από τις παρακάτω γραμμές.'birdie' is an alternate term for 'bird'. It is in one or more of the lines below.

WordReference English-Greek Dictionary © 2020:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
birdie nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (golf score: one under par) (βαθμολογία στο γκολφ)birdie ουσ ουδ άκλουσιαστικό ουδέτερο άκλιτο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους και δεν κλίνεται, π.χ. σάντουιτς, κομπιούτερ κλπ. Συχνά είναι ξενικής προέλευσης.
birdie nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. informal (little bird) (καθομιλουμένη)πουλάκι επίθεπίθετο: Περιγράφει το ουσιαστικό που συνοδεύει, π.χ.ψηλός άντρας, καλός καιρός κλπ, και αλλάζει ανάλογα με το γένος, π.χ.καλός, καλή, καλό
birdie [sth] vtrtransitive verb: Verb taking a direct object--for example, "Say something." "She found the cat." (golf hole: play one under par) (βαθμολογία στο γκολφ)σκοράρω birdie, κάνω birdie περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
 He birdied the last hole and finished two under par.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.
Επιπλέον μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
birdie nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. US (shuttlecock) (μπάντμιντον)φτερό ουσ ουδουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

WordReference English-Greek Dictionary © 2020:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
bird nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (winged animal)πουλί ουσ ουδουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.
  (επίσημο)πτηνό ουσ ουδουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.
 Morning brings the sound of birds chirping in the trees.
 Το πρωί φέρνει τους ήχους των πουλιών που κελαηδούν στα δέντρα.
 Αυτή η πρόταση δεν είναι μετάφραση της αγγλικής πρότασης. Ο πιγκουίνος είναι το μόνο πτηνό που δεν μπορεί να πετάξει.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.
Επιπλέον μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
bird nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. figurative, informal, US (strange, eccentric person) (μεταφορικά, ανεπίσημο)φρούτο ουσ ουδουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.
 That boy with the funny hat sure is a strange bird.
bird nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. UK, slang, potentially offensive (young woman) (αργκό, πιθανώς προσβλ)γκόμενα, γκομενίτσα ουσ θηλουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.
  (αργκό, πιθανώς προσβλ)γκομενάκι ουσ ουδουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.
 Simon's new bird is absolutely stunning.
bird nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. dated, uncountable, UK, slang (prison sentence) (μεταφορικά, καθομιλουμένη)στενή ουσ θηλουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.
  (αργκό)ψειρού, μπουζού ουσ θηλουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.
 George is doing bird again. The burglar will definitely be given bird after the trial.
the bird nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. US, slang (vulgar middle-finger gesture) (χειρονομία: χυδαίο)κωλοδάχτυλο ουσ ουδουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.
 The other driver flipped me the bird.
bird,
birdie
nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc.
US (badminton: shuttlecock) (αθλητισμός: μπάντμιντον)φτερό ουσ ουδουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.
 Swat the bird hard with your badminton racquet.
bird,
go birding
viintransitive verb: Verb not taking a direct object--for example, "She jokes." "He has arrived."
(watch birds)παρατηρώ τα πουλιά περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
  πηγαίνω για παρατήρηση πουλιών περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
 Every summer, Allison goes birding in Canada.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.
Σε λίστες: Golf, περισσότερα…

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση birdie στον τίτλο:

Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο 'birdie'.

Σε άλλες γλώσσες Ισπανικά | Γαλλικά | Ιταλικά | Πορτογαλικά | Ρουμανικά | Γερμανικά | Ολλανδικά | Σουηδικά | Ρωσικά | Πολωνικά | Τσέχικα | Τούρκικα | Κινέζικα | Ιαπωνικά | Κορεατικά | Αραβικά

Advertisements
Advertisements
Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης