bike

Listen:
UK:*UK and possibly other pronunciationsUK and possibly other pronunciations/ˈbaɪk/US:USA pronunciation: IPA and respellingUSA pronuncation: IPA/baɪk/ ,USA pronunciation: respelling(bīk)


Inflections of 'bike' (v): (⇒ conjugate)
bikes
v 3rd person singular
biking
v pres pverb, present participle: -ing verb used descriptively or to form progressive verb--for example, "a singing bird," "It is singing."
biked
v pastverb, past simple: Past tense--for example, "He saw the man." "She laughed."
biked
v past pverb, past participle: Verb form used descriptively or to form verbs--for example, "the locked door," "The door has been locked."

WordReference English-Greek Dictionary © 2020:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
bike,
bicycle
nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc.
informal (bicycle) (όχημα)ποδήλατο ουσ ουδουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.
 I rode to school on my bike.
 Πήγα στο σχολείο με το ποδήλατό μου.
bike,
motorbike
nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc.
informal (motorcycle)μοτοσυκλέτα ουσ θηλουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.
  (ανεπίσημο)μηχανή ουσ θηλουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.
 His new bike is a Harley.
 Η νέα του μοτοσυκλέτα είναι μια Χάρλεϋ.
bike,
go biking
viintransitive verb: Verb not taking a direct object--for example, "She jokes." "He has arrived."
informal (ride a bicycle)κάνω ποδήλατο περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
  (για να πάω κάπου)παίρνω το ποδήλατο περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
  (κάπου)πάω με το ποδήλατο περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
 We are going to bike to the store.
 Θα κάνουμε ποδήλατο μέχρι το κατάστημα.
bike,
go biking
viintransitive verb: Verb not taking a direct object--for example, "She jokes." "He has arrived."
informal (ride a motorcycle)οδηγώ μηχανή περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
  (για να πάω κάπου)παίρνω τη μηχανή περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
  (κάπου)πάω με τη μηχανή περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
 Last weekend I went biking on my brother's 500cc motorcycle.
 Το προηγούμενο σαββατοκύριακο πήρα τη μηχανή του αδελφού μου που είναι πεντακοσάρα.
 
Επιπλέον μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
bike nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. slang, pejorative, figurative (promiscuous woman) (μειωτικό)εύκολη επίθ ως ουσ θηλ
  (υβριστικό)τσούλα ουσ θηλουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.
  (χυδαίο)πουτάνα ουσ θηλουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.
 Sarah got a reputation for being the school bike because she went out with so many boys.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

WordReference English-Greek Dictionary © 2020:

Σύνθετοι τύποι:
ΑγγλικάΕλληνικά
bike chain,
bicycle chain
nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc.
informal (roller chain on bicycle) (ποδήλατο)αλυσίδα ουσ θηλουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.
 The cyclist had to pull over because her bike chain had come off.
bike dealer,
bicycle dealer
nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc.
informal ([sb] who sells bicycles)ποδηλατάς ουσ αρσουσιαστικό αρσενικό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα αρσενικού γένους.
bike dealer,
motorbike dealer,
motorcycle dealer
nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc.
informal ([sb] who sells motorcycles)πωλητής μηχανών περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
  πωλητής μοτοσυκλετών περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
bike hire,
bicycle hire,
cycle hire
nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc.
informal (bicycle rental service)ενοικίαση ποδηλάτου περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
bike hire,
motorbike hire,
motorcycle hire
nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc.
informal (motorcycle rental service)ενοικίαση μοστοσυκλέτας περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
  ενοικίαση μηχανής περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
bike path (bicycle path)ποδολατόδρομος ουσ αρσουσιαστικό αρσενικό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα αρσενικού γένους.
bike pump,
bicycle pump
nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc.
(device: inflates bicycle tyres) (ποδήλατο)τρόμπα ουσ θηλουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.
 Peter's bicycle had a flat tyre, so he went to get his bike pump.
bike race,
bicycle race,
cycle race
nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc.
informal (cycling contest)ποδηλατικός αγώνας επίθ + ουσ αρσ
 The two boys decided to have a bike race around the edge of the park.
bike rack,
bicycle rack,
cycle rack
nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc.
(stand for parking cycles)χώρος στάθμευσης ποδηλάτων περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
  (καθομιλουμένη)σταντ για ποδήλατα περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
bike ride nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. informal (bicycle journey) (καθομιλουμένη)ποδηλατάδα ουσ θηλουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.
  βόλτα με το ποδήλατο περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
 They put on their helmets and went off for a bike ride.
bike riding,
bike-riding
nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc.
informal (cycling)ποδηλασία ουσ θηλουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.
  ποδήλατο ουσ ουδουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.
 I enjoy bike riding during the summer.
bike trail,
cycle trail
nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc.
(cycle route: off-road)διαδρομή για ποδήλατο περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
  μονοπάτι για ποδήλατο περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
dirt bike nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. informal (off-road motorcycle)μοτοσυκλέτα για οδήγηση εκτός δρόμου ουσ θηλουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.
exercise bike,
exercise bicycle
nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc.
informal (exercise machine like a bicycle)στατικό ποδήλατο ουσ ουδουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.
 I do 20 minutes on my exercise bike every morning.
motorized bike,
UK: motorised bike
nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc.
informal (motor-powered bicycle)μοτοποδήλατο ουσ ουδουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.
motorized bike,
UK: motorised bike
nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc.
informal (motorcycle, motorbike)μηχανή, μοτοσυκλέτα ουσ θηλουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.
mountain bike nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (dirt bike, off-road cycle)ποδήλατο για χρήση εκτός δρόμου ουσ ουδουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.
mountain biking nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (activity: riding mountain bike)ορεινή ποδηλασία επίθ + ουσ θηλ
quad bike,
four-wheeler
nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc.
informal (four-wheeled motorcycle) (μεταφορικά)γουρούνα ουσ θηλουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.
race bicycle,
racing bicycle,
racing bike
nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc.
(cycle for racing)αγωνιστικό ποδήλατο επίθ + ουσ ουδ
  (καθομιλουμένη, ανεπίσημο)κουρσάκι ουσ ουδουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.
 My racing bicycle has nine gears.
ride a bike v exprverbal expression: Phrase with special meaning functioning as verb--for example, "put their heads together," "come to an end." informal (go cycling, use a pushbike)κάνω ποδήλατο ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
 You never forget how to ride a bike.
 Ποτέ δεν ξεχνάς πως να κάνεις ποδήλατο.
road bike nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (bicycle for paved roads)ποδήλατο δρόμου φρ ως ουσ ουδφράση ως ουσιαστικό ουδέτερο: Σύνολο λέξεων που αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους, π.χ. ανώτατο εκπαιδευτικό ίδρυμα, απολυτήριο λυκείου κλπ.
 This road bike has a carbon frame.
road bike nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (motorcycle allowed on road)μηχανή ουσ θηλουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.
  μοτοσυκλέτα ουσ θηλουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.
 Mike enjoys riding his road bike.
stationary bike,
stationary bicycle
nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc.
(exercise bicycle)στατικό ποδήλατο φρ ως ουσ ουδφράση ως ουσιαστικό ουδέτερο: Σύνολο λέξεων που αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους, π.χ. ανώτατο εκπαιδευτικό ίδρυμα, απολυτήριο λυκείου κλπ.
trail bike nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (off-road motorcycle)μηχανή εκτός δρόμου ουσ θηλουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.
  (καθομιλουμένη)εντούρο ουσ ουδουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.
Σχόλιο: εντούρο: ξενικό, άκλιτο
 The terrain was so rough that we could only cross it by trail bike.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.
Ο όρος 'bike' βρέθηκε επίσης στις εγγραφές:
Στην αγγλική περιγραφή:
Συμφράσεις: bike to [work, school, the store], a bike (repair) shop, bikes into [work, school, town], περισσότερα…

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση bike στον τίτλο:

Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο 'bike'.

Σε άλλες γλώσσες Ισπανικά | Γαλλικά | Ιταλικά | Πορτογαλικά | Ρουμανικά | Γερμανικά | Ολλανδικά | Σουηδικά | Ρωσικά | Πολωνικά | Τσέχικα | Τούρκικα | Κινέζικα | Ιαπωνικά | Κορεατικά | Αραβικά

Advertisements
Advertisements

Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης