bigwig

Listen:
UK:*UK and possibly other pronunciationsUK and possibly other pronunciations/ˈbɪgwɪg/US:USA pronunciation: IPA and respellingUSA pronuncation: IPA/ˈbɪgˌwɪg/ ,USA pronunciation: respelling(bigwig′)

WordReference English-Greek Dictionary © 2020:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
bigwig nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. slang, figurative (very important person) (καθομιλουμένη)σπουδαίο πρόσωπο, μεγάλη προσωπικότητα περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
 This sentence is not a translation of the original sentence. Ο Ελευθέριος Βενιζέλος υπήρξε σπουδαίο πρόσωπο (or: μεγάλη προσωπικότητα) στην πολιτική σκηνή της Ελλάδος.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση bigwig στον τίτλο:

Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο 'bigwig'.

Σε άλλες γλώσσες Ισπανικά | Γαλλικά | Ιταλικά | Πορτογαλικά | Ρουμανικά | Γερμανικά | Ολλανδικά | Σουηδικά | Ρωσικά | Πολωνικά | Τσέχικα | Τούρκικα | Κινέζικα | Ιαπωνικά | Κορεατικά | Αραβικά

Advertisements
Advertisements

Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης