bigotry

Listen:
UK:*UK and possibly other pronunciationsUK and possibly other pronunciations/ˈbɪgətri/US:USA pronunciation: IPA and respellingUSA pronuncation: IPA/ˈbɪgətri/ ,USA pronunciation: respelling(bigə trē)


Inflections of 'bigotry' (nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc.): nplplural noun: Noun always used in plural form--for example, "jeans," "scissors.": bigotries

WordReference English-Greek Dictionary © 2020:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
bigotry nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (prejudice: against race, etc.) (εμμονή σε απόψεις)φανατισμός ουσ αρσουσιαστικό αρσενικό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα αρσενικού γένους.
  (μη ανοχή στο διαφορετικό)μισαλλοδοξία ουσ θηλουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.
 Jason cannot tolerate bigotry, even from his friends.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.
Συμφράσεις: I do not tolerate bigotry in my [house, home]., bigotry and [racism, intolerance, discrimination, hatred, violence], the bigotry of the [church, political extremes ], περισσότερα…

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση bigotry στον τίτλο:

Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο 'bigotry'.

Σε άλλες γλώσσες Ισπανικά | Γαλλικά | Ιταλικά | Πορτογαλικά | Ρουμανικά | Γερμανικά | Ολλανδικά | Σουηδικά | Ρωσικά | Πολωνικά | Τσέχικα | Τούρκικα | Κινέζικα | Ιαπωνικά | Κορεατικά | Αραβικά

Advertisements
Advertisements

Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης