Το WordReference δεν έχει τη δυνατότητα να μεταφράσει αυτή τη φράση, μπορείτε όμως να κάνετε κλικ σε κάθε λέξη για να δείτε τη σημασία της:

big hand


Η φράση που αναζητήσατε δεν βρέθηκε.
Η εγγραφή για τον όρο big παρατίθεται στη συνέχεια.

Δείτε επίσης: hand

WordReference English-Greek Dictionary © 2020:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
big adjadjective: Describes a noun or pronoun--for example, "a tall girl," "an interesting book," "a big house." (large) (μέγεθος)μεγάλος επίθεπίθετο: Περιγράφει το ουσιαστικό που συνοδεύει, π.χ.ψηλός άντρας, καλός καιρός κλπ, και αλλάζει ανάλογα με το γένος, π.χ.καλός, καλή, καλό
 The city has a big stadium.
 Η πόλη έχει ένα μεγάλο γήπεδο.
big adjadjective: Describes a noun or pronoun--for example, "a tall girl," "an interesting book," "a big house." informal (number: high)μεγάλος επίθεπίθετο: Περιγράφει το ουσιαστικό που συνοδεύει, π.χ.ψηλός άντρας, καλός καιρός κλπ, και αλλάζει ανάλογα με το γένος, π.χ.καλός, καλή, καλό
 A trillion is a big number.
 Το τρισεκατομμύριο είναι πολύ μεγάλος αριθμός.
big adjadjective: Describes a noun or pronoun--for example, "a tall girl," "an interesting book," "a big house." informal (important, major)μεγάλος, σπουδαίος, σημαντικός επίθεπίθετο: Περιγράφει το ουσιαστικό που συνοδεύει, π.χ.ψηλός άντρας, καλός καιρός κλπ, και αλλάζει ανάλογα με το γένος, π.χ.καλός, καλή, καλό
 My upbringing had a big influence on the way I view poverty.
 Η ανατροφή μου άσκησε μεγάλη επιρροή στον τρόπο με τον οποίο αντιμετωπίζω τη φτώχεια.
big adjadjective: Describes a noun or pronoun--for example, "a tall girl," "an interesting book," "a big house." (loud)μεγάλος, δυνατός επίθεπίθετο: Περιγράφει το ουσιαστικό που συνοδεύει, π.χ.ψηλός άντρας, καλός καιρός κλπ, και αλλάζει ανάλογα με το γένος, π.χ.καλός, καλή, καλό
 The engine exploded with a big bang and a cloud of smoke.
big adjadjective: Describes a noun or pronoun--for example, "a tall girl," "an interesting book," "a big house." informal (sibling: older)μεγαλύτερος επίθεπίθετο: Περιγράφει το ουσιαστικό που συνοδεύει, π.χ.ψηλός άντρας, καλός καιρός κλπ, και αλλάζει ανάλογα με το γένος, π.χ.καλός, καλή, καλό
  μεγάλος επίθεπίθετο: Περιγράφει το ουσιαστικό που συνοδεύει, π.χ.ψηλός άντρας, καλός καιρός κλπ, και αλλάζει ανάλογα με το γένος, π.χ.καλός, καλή, καλό
 My big sister's always mean to me.
 Η μεγαλύτερη αδερφή μου είναι πάντα κακιά μαζί μου.
 
Επιπλέον μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
big adjadjective: Describes a noun or pronoun--for example, "a tall girl," "an interesting book," "a big house." (intense)μεγάλος, δυνατός, έντονος επίθεπίθετο: Περιγράφει το ουσιαστικό που συνοδεύει, π.χ.ψηλός άντρας, καλός καιρός κλπ, και αλλάζει ανάλογα με το γένος, π.χ.καλός, καλή, καλό
 I get a big thrill watching live football.
 Νιώθω μεγάλο ενθουσιασμό, κάθε φορά που παρακολουθώ ζωντανά έναν ποδοσφαιρικό αγώνα.
big adjadjective: Describes a noun or pronoun--for example, "a tall girl," "an interesting book," "a big house." informal (adult, grown)μεγαλώνω ρ αμρήμα αμετάβατο: Δεν συνδυάζεται με αντικείμενο, π.χ. κοιμάμαι, διψάω, πεινάωκλπ.
  μεγάλος επίθεπίθετο: Περιγράφει το ουσιαστικό που συνοδεύει, π.χ.ψηλός άντρας, καλός καιρός κλπ, και αλλάζει ανάλογα με το γένος, π.χ.καλός, καλή, καλό
 The boy wants to be a fireman when he is big.
 Το αγόρι θέλει να γίνει πυροσβέστης όταν μεγαλώσει.
 This sentence is not a translation of the original sentence. Όταν θα είμαι μεγάλος, θέλω να οδηγώ μια Mercedes.
 This sentence is not a translation of the original sentence. Όταν μεγαλώσω, θέλω να οδηγώ μια Mercedes.
big adjadjective: Describes a noun or pronoun--for example, "a tall girl," "an interesting book," "a big house." figurative, informal (pretentious) (μεταφορικά, ειρωνικό)μεγάλος, σπουδαίος, ανώτερος επίθεπίθετο: Περιγράφει το ουσιαστικό που συνοδεύει, π.χ.ψηλός άντρας, καλός καιρός κλπ, και αλλάζει ανάλογα με το γένος, π.χ.καλός, καλή, καλό
 He's too big to associate with normal people.
big adjadjective: Describes a noun or pronoun--for example, "a tall girl," "an interesting book," "a big house." informal, ironic (generous) (ειρωνικά)ευγενικός, γενναιόδωρος επίθεπίθετο: Περιγράφει το ουσιαστικό που συνοδεύει, π.χ.ψηλός άντρας, καλός καιρός κλπ, και αλλάζει ανάλογα με το γένος, π.χ.καλός, καλή, καλό
 You've forgiven me? Well, that's very big of you.
big adjadjective: Describes a noun or pronoun--for example, "a tall girl," "an interesting book," "a big house." informal (tall)ψηλώνω ρ αμρήμα αμετάβατο: Δεν συνδυάζεται με αντικείμενο, π.χ. κοιμάμαι, διψάω, πεινάωκλπ.
  ψηλός επίθεπίθετο: Περιγράφει το ουσιαστικό που συνοδεύει, π.χ.ψηλός άντρας, καλός καιρός κλπ, και αλλάζει ανάλογα με το γένος, π.χ.καλός, καλή, καλό
 Your little brother's getting really big!
big adjadjective: Describes a noun or pronoun--for example, "a tall girl," "an interesting book," "a big house." informal (boastful) (μεταφορικά)μεγάλος επίθεπίθετο: Περιγράφει το ουσιαστικό που συνοδεύει, π.χ.ψηλός άντρας, καλός καιρός κλπ, και αλλάζει ανάλογα με το γένος, π.χ.καλός, καλή, καλό
 He's full of big claims about what he intends to do.
 This sentence is not a translation of the original sentence. Οι πολιτικοί είναι όλο μεγάλες δηλώσεις λίγο πριν τις εκλογές.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

WordReference English-Greek Dictionary © 2020:

Phrasal verbs
ΑγγλικάΕλληνικά
big [sb] up vtr phrasal sepphrasal verb, transitive, separable: Verb with adverb(s) or preposition(s), having special meaning, divisible--for example, "call off" [=cancel], "call the game off," "call off the game." slang (express admiration)παινεύω ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
big [sth] up vtr phrasal sepphrasal verb, transitive, separable: Verb with adverb(s) or preposition(s), having special meaning, divisible--for example, "call off" [=cancel], "call the game off," "call off the game." slang (exaggerate greatness)παινεύω ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

WordReference English-Greek Dictionary © 2020:

Σύνθετοι τύποι:
ΑγγλικάΕλληνικά
give a big hand v exprverbal expression: Phrase with special meaning functioning as verb--for example, "put their heads together," "come to an end." (applaud enthusiastically)χειροκροτώ θερμά ρ μ + επίρ
get a big hand v exprverbal expression: Phrase with special meaning functioning as verb--for example, "put their heads together," "come to an end." (receive enthusiastic applause)λαμβάνω θερμό χειροκρότημα έκφρέκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.
  με χειροκροτούν θερμά έκφρέκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση big hand στον τίτλο:

Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο 'big hand'.

Σε άλλες γλώσσες Ισπανικά | Γαλλικά | Ιταλικά | Πορτογαλικά | Ρουμανικά | Γερμανικά | Ολλανδικά | Σουηδικά | Ρωσικά | Πολωνικά | Τσέχικα | Τούρκικα | Κινέζικα | Ιαπωνικά | Κορεατικά | Αραβικά

Advertisements
Advertisements

Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης