bid

Listen:
UK:*UK and possibly other pronunciationsUK and possibly other pronunciations/ˈbɪd/US:USA pronunciation: IPA and respellingUSA pronuncation: IPA/bɪd/ ,USA pronunciation: respelling(bid)


Inflections of 'bid' (v): (⇒ conjugate)
bids
v 3rd person singular
bidding
v pres pverb, present participle: -ing verb used descriptively or to form progressive verb--for example, "a singing bird," "It is singing."
bid
v pastverb, past simple: Past tense--for example, "He saw the man." "She laughed."
bade
v pastverb, past simple: Past tense--for example, "He saw the man." "She laughed." (Less common)
bid
v past pverb, past participle: Verb form used descriptively or to form verbs--for example, "the locked door," "The door has been locked."
bidden
v past pverb, past participle: Verb form used descriptively or to form verbs--for example, "the locked door," "The door has been locked." (Less common)

WordReference English-Greek Dictionary © 2020:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
bid [sth] for [sth] vtr + prep (auction: offer) (ποσό για κάτι)κάνω προσφορά περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
  προσφέρω ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
 He bid one hundred euros for the painting at the auction.
 Έκανε προσφορά εκατό ευρώ για τον πίνακα στη δημοπρασία.
bid for [sth],
bid to do [sth]
vi + prep
(offer services) (επίσημο: για κάτι)υποβάλλω προσφορά περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
 Three construction companies are bidding for the prestigious contract.
 Τρεις κατασκευαστικές εταιρείες υποβάλλουν προσφορά για το σπουδαίο συμβόλαιο.
bid for [sth] vi + prep (compete)αναμετρώμαι ρ αμρήμα αμετάβατο: Δεν συνδυάζεται με αντικείμενο, π.χ. κοιμάμαι, διψάω, πεινάωκλπ.
  συναγωνίζομαι, ανταγωνίζομαι ρ αμρήμα αμετάβατο: Δεν συνδυάζεται με αντικείμενο, π.χ. κοιμάμαι, διψάω, πεινάωκλπ.
 Twenty competitors are bidding for the title of "World's Strongest Man".
 Είκοσι διαγωνιζόμενοι αναμετρώνται για τον τίτλο «Ο Δυνατότερος Άντρας στον Κόσμο».
bid nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (auction: offer) (πράξη)προσφορά ουσ θηλουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.
 His bid wasn't the highest, so he didn't win the auction.
 Η προσφορά του δεν ήταν η υψηλότερη, κι έτσι δεν κέρδισε τη δημοπρασία.
bid nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (cards: offer) (χαρτιά)δήλωση ουσ θηλουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.
 His bid of three tricks was too high. He only won two.
 
Επιπλέον μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
bid nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. US (invitation)πρόσκληση ουσ θηλουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.
 The golfer accepted a bid to compete in the championship match.
bid nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. informal (attempt)απόπειρα, προσπάθεια ουσ θηλουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.
 The candidate's bid for a senate seat was successful.
bid viintransitive verb: Verb not taking a direct object--for example, "She jokes." "He has arrived." (command) (καθομιλουμένη)λέω ρ αμρήμα αμετάβατο: Δεν συνδυάζεται με αντικείμενο, π.χ. κοιμάμαι, διψάω, πεινάωκλπ.
  προστάζω, διατάζω ρ αμρήμα αμετάβατο: Δεν συνδυάζεται με αντικείμενο, π.χ. κοιμάμαι, διψάω, πεινάωκλπ.
 The people will do as the king bids.
 Ο κόσμος κάνει ό,τι πει ο βασιλιάς.
bid viintransitive verb: Verb not taking a direct object--for example, "She jokes." "He has arrived." (offer to purchase)κάνω προσφορά περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
 People bid with enthusiasm at the auction.
bid viintransitive verb: Verb not taking a direct object--for example, "She jokes." "He has arrived." (offer services)υποβάλλω προσφορά περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
 The local authority is offering a lucrative contract and our firm intends to bid.
bid on [sth] vi + prep (make an offer to buy [sth])υποβάλλω προσφορά για κτ περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
  (καθομιλουμένη, μεταφορικά)χτυπάω, χτυπώ ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
 Sheila bid on a vase at an auction.
bid [sb] (to) do [sth] vtrtransitive verb: Verb taking a direct object--for example, "Say something." "She found the cat." formal, dated (direct, command) (κάποιον να κάνει κάτι)προστάζω ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
 When your mother bids you tidy your room, do so.
bid [sb] [sth] vtrtransitive verb: Verb taking a direct object--for example, "Say something." "She found the cat." (speak as greeting) (κάτι σε κάποιον)εύχομαι ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
 The arriving guest bid his host a good evening.
bid [sth] vtrtransitive verb: Verb taking a direct object--for example, "Say something." "She found the cat." (cards: make a bid)δηλώνω ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
 He bid three tricks, though he was pretty sure that he could win more.
bid [sb] vtrtransitive verb: Verb taking a direct object--for example, "Say something." "She found the cat." (summon)καλώ ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
 The magistrate bid the defendant to approach the bench.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

WordReference English-Greek Dictionary © 2020:

Phrasal verbs
ΑγγλικάΕλληνικά
bid against [sb] vtr phrasal insepphrasal verb, transitive, inseparable: Verb with adverb(s) or preposition(s), having special meaning, not divisible--for example,"go with" [=combine nicely]: "Those red shoes don't go with my dress." NOT [S]"Those red shoes don't go my dress with."[/S] (make a competing offer against)κάνω ανταγωνιστική προσφορά έναντι άλλου έκφρέκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.
bid [sb] farewell vtr phrasal sepphrasal verb, transitive, separable: Verb with adverb(s) or preposition(s), having special meaning, divisible--for example, "call off" [=cancel], "call the game off," "call off the game." (say goodbye)αποχαιρετώ ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
bid out vi phrasalphrasal verb, intransitive: Verb with adverb(s) or preposition(s), having special meaning and not taking direct object--for example, "make up" [=reconcile]: "After they fought, they made up." (invite quotes from contractors)δημοπρατώ ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
bid up vi phrasalphrasal verb, intransitive: Verb with adverb(s) or preposition(s), having special meaning and not taking direct object--for example, "make up" [=reconcile]: "After they fought, they made up." (drive up price by bidding higher)προσφέρω υψηλότερη τιμή ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
bid [sth] up vtr phrasal sepphrasal verb, transitive, separable: Verb with adverb(s) or preposition(s), having special meaning, divisible--for example, "call off" [=cancel], "call the game off," "call off the game." (drive up price of: by bidding higher)προσφέρω υψηλότερη τιμή ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
 Simon bid his own lot up to make as much as possible on it.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

WordReference English-Greek Dictionary © 2020:

Σύνθετοι τύποι:
ΑγγλικάΕλληνικά
bid [sth] away vtr + adv (outbid [sb] for) (για κτ)πλειοδοτώ ρ αμρήμα αμετάβατο: Δεν συνδυάζεται με αντικείμενο, π.χ. κοιμάμαι, διψάω, πεινάωκλπ.
  υποβάλλω μεγαλύτερη προσφορά περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
bid bond nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (finance: secured debt)εγγυητική επίθ ως ουσ θηλ
 The project owner issued a bid bond to the contractor.
bid [sth] farewell,
bid farewell to [sth]
v exprverbal expression: Phrase with special meaning functioning as verb--for example, "put their heads together," "come to an end."
figurative (leave: a place) (μεταφορικά)αποχαιρετώ ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
 In 1860, my great-grandfather bid farewell to his native Poland and emigrated to South Africa.
bid [sth] farewell,
bid farewell to [sth]
v exprverbal expression: Phrase with special meaning functioning as verb--for example, "put their heads together," "come to an end."
figurative (lose) (μεταφορικά)λέω αντίο σε κτ έκφρέκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.
  (μεταφορικά)αποχαιρετώ, ξεχνώ ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
 With that defeat, the team bade farewell to their chances of winning the event.
bid for [sth] vi + prep (make an offer to buy)προσφέρω τιμή αγοράς ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
 Sarah went to the auction and bid for lot number 305.
bid price nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (highest amount of money offered)τιμή πλειοδοσίας ουσ θηλουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.
 The antique table was sold at the bid price of £5,000.
bid up nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (increase in bid)αύξηση προσφοράς περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
higher bid nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (offer of more money)υψηλότερη χρηματική προσφορά έκφρέκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.
 I secured the painting at the auction because I made a higher bid than anybody else.
make a bid for [sth] v exprverbal expression: Phrase with special meaning functioning as verb--for example, "put their heads together," "come to an end." (offer to buy [sth])κάνω προσφορά περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
  (πιο επίσημο)υποβάλλω προσφορά περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
 I made a bid on the stuffed moose in the auction and ended up winning it.
takeover bid nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (offer to buy a company)προσφορά εξαγοράς ουσ θηλουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.
 Cadbury have accepted a takeover bid from Kraft Foods.
winning bid nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (successful offer to buy [sth])νικητήρια προσφορά επίθ + ουσ θηλ
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.
Ο όρος 'bid' βρέθηκε επίσης στις εγγραφές:
Στην αγγλική περιγραφή:
Συμφράσεις: bid on an [auction, item], the [highest, winning, current] bid, the bid [amount, price], περισσότερα…

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση bid στον τίτλο:

Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο 'bid'.

Σε άλλες γλώσσες Ισπανικά | Γαλλικά | Ιταλικά | Πορτογαλικά | Ρουμανικά | Γερμανικά | Ολλανδικά | Σουηδικά | Ρωσικά | Πολωνικά | Τσέχικα | Τούρκικα | Κινέζικα | Ιαπωνικά | Κορεατικά | Αραβικά

Advertisements
Advertisements

Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης