betrayal

Listen:
UK:*UK and possibly other pronunciationsUK and possibly other pronunciations/bɪˈtreɪəl/US:USA pronuncation: IPAUSA pronuncation: IPA/bɪˈtreɪəl/

WordReference English-Greek Dictionary © 2020:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
betrayal nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (act of treachery)προδοσία ουσ θηλουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.
 Ursula said she would never forgive Emily for her betrayal.
 Η Ούρσουλα είπε πως ποτέ δεν θα συγχωρούσε την Έμιλι για την προδοσία της.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.
Ο όρος 'betrayal' βρέθηκε επίσης στις εγγραφές:
Στην αγγλική περιγραφή:
Συμφράσεις: the betrayal by his [father], It was your betrayal that hurt (the most)., His betrayal came as a [shock, surprise]., περισσότερα…

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση betrayal στον τίτλο:

Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο 'betrayal'.

Σε άλλες γλώσσες Ισπανικά | Γαλλικά | Ιταλικά | Πορτογαλικά | Ρουμανικά | Γερμανικά | Ολλανδικά | Σουηδικά | Ρωσικά | Πολωνικά | Τσέχικα | Τούρκικα | Κινέζικα | Ιαπωνικά | Κορεατικά | Αραβικά

Advertisements
Advertisements

Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης