best man

Listen:


WordReference English-Greek Dictionary © 2020:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
best man nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (bridegroom's male attendant)κουμπάρος ουσ αρσουσιαστικό αρσενικό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα αρσενικού γένους.
 Pete was the best man at Mick and Lucy's wedding.
 Ο Πιτ ήταν κουμπάρος στον γάμο του Μικ και της Λούσι.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

WordReference English-Greek Dictionary © 2020:

Σύνθετοι τύποι:
ΑγγλικάΕλληνικά
may the best man win interjinterjection: Exclamation--for example, "Oh no!" "Wow!" (before competition)ας νικήσει ο καλύτερος εκφρ
 Good luck to all and may the best man win!
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.
Ο όρος 'best man' βρέθηκε επίσης στις εγγραφές:
Στην αγγλική περιγραφή:

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση best man στον τίτλο:

Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο 'best man'.

Σε άλλες γλώσσες Ισπανικά | Γαλλικά | Ιταλικά | Πορτογαλικά | Ρουμανικά | Γερμανικά | Ολλανδικά | Σουηδικά | Ρωσικά | Πολωνικά | Τσέχικα | Τούρκικα | Κινέζικα | Ιαπωνικά | Κορεατικά | Αραβικά

Advertisements
Advertisements

Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης