besiege

UK:*UK and possibly other pronunciationsUK and possibly other pronunciations/bɪˈsiːdʒ/US:USA pronunciation: IPA and respellingUSA pronuncation: IPA/bɪˈsidʒ/ ,USA pronunciation: respelling(bi sēj)

Inflections of 'besiege' (v): (⇒ conjugate)
besieges
v 3rd person singular
besieging
v pres pverb, present participle: -ing verb used descriptively or to form progressive verb--for example, "a singing bird," "It is singing."
besieged
v pastverb, past simple: Past tense--for example, "He saw the man." "She laughed."
besieged
v past pverb, past participle: Verb form used descriptively or to form verbs--for example, "the locked door," "The door has been locked."

WordReference English-Greek Dictionary © 2020:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
besiege [sth] vtrtransitive verb: Verb taking a direct object--for example, "Say something." "She found the cat." (surround)πολιορκώ, περιστοιχίζω ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
besiege [sb] vtrtransitive verb: Verb taking a direct object--for example, "Say something." "She found the cat." figurative, often passive (harass) (μεταφορικά)πολιορκώ ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
 Reporters besieged him as he left the courtroom.
besiege [sb] vtrtransitive verb: Verb taking a direct object--for example, "Say something." "She found the cat." figurative, often passive (trouble) (μεταφορικά)περιστοιχίζω ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
  (μεταφορικά: συνήθως παθητική)βάλλω ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
  (μεταφορικά, ανεπίσημο)τρώω ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
 Doubts besieged her.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση besiege στον τίτλο:

Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο 'besiege'.

Σε άλλες γλώσσες Ισπανικά | Γαλλικά | Ιταλικά | Πορτογαλικά | Ρουμανικά | Γερμανικά | Ολλανδικά | Σουηδικά | Ρωσικά | Πολωνικά | Τσέχικα | Τούρκικα | Κινέζικα | Ιαπωνικά | Κορεατικά | Αραβικά

Advertisements
Advertisements
Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης