beneficial

Listen:
UK:*UK and possibly other pronunciationsUK and possibly other pronunciations/ˌbɛnɪˈfɪʃəl/US:USA pronunciation: IPA and respellingUSA pronuncation: IPA/ˌbɛnəˈfɪʃəl/ ,USA pronunciation: respelling(ben′ə fishəl)


WordReference English-Greek Dictionary © 2020:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
beneficial adjadjective: Describes a noun or pronoun--for example, "a tall girl," "an interesting book," "a big house." (advantageous)ωφέλιμος, ευεργετικός επίθεπίθετο: Περιγράφει το ουσιαστικό που συνοδεύει, π.χ.ψηλός άντρας, καλός καιρός κλπ, και αλλάζει ανάλογα με το γένος, π.χ.καλός, καλή, καλό
  επωφελής επίθεπίθετο: Περιγράφει το ουσιαστικό που συνοδεύει, π.χ.ψηλός άντρας, καλός καιρός κλπ, και αλλάζει ανάλογα με το γένος, π.χ.καλός, καλή, καλό
  που παρουσιάζει πλεονέκτημα περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
  (καθομιλουμένη)καλός επίθεπίθετο: Περιγράφει το ουσιαστικό που συνοδεύει, π.χ.ψηλός άντρας, καλός καιρός κλπ, και αλλάζει ανάλογα με το γένος, π.χ.καλός, καλή, καλό
 Saving money when you are young is beneficial to your future.
 Το να αποταμειεύεις τα χρήματά σου όταν είσαι νέος είναι επωφελές για το μέλλον σου.
 
Επιπλέον μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
beneficial adjadjective: Describes a noun or pronoun--for example, "a tall girl," "an interesting book," "a big house." (law: can receive property profits) (Δεν υπάρχει αντιστοιχία.)- β' συνθετικό: Βρίσκεται στην τέλος μια λέξης και σε οριμένες περιπτώσης φανερώνει το νόημα αυτής, π.χ. υψηλόβαθμος, χαμηλόβαθμοςκλπ.
Σχόλιο: Η μετάφραση εξαρτάται από το ουσιαστικό που συνοδεύει η λέξη beneficial, π.χ. beneficial owner = δικαιούχος, beneficial interest = εμπράγματο δικαίωμα κ.ά.
 This document states that Nancy is a beneficial owner of the property.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

WordReference English-Greek Dictionary © 2020:

Σύνθετοι τύποι:
ΑγγλικάΕλληνικά
beneficial owner nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (person: claims returns of a property) (νομική: άτομο)πραγματικός δικαιούχος επίθ + ουσ αρσ/θηλ
beneficial shareholding nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (owning shares in [sb] else's name)κατοχή προνομιούχων μετοχών περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.
Ο όρος 'beneficial' βρέθηκε επίσης στις εγγραφές:
Στην αγγλική περιγραφή:
Συμφράσεις: is beneficial to the [company, process], could be beneficial to the [company], could prove to be beneficial (for), περισσότερα…

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση beneficial στον τίτλο:

Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο 'beneficial'.

Σε άλλες γλώσσες Ισπανικά | Γαλλικά | Ιταλικά | Πορτογαλικά | Ρουμανικά | Γερμανικά | Ολλανδικά | Σουηδικά | Ρωσικά | Πολωνικά | Τσέχικα | Τούρκικα | Κινέζικα | Ιαπωνικά | Κορεατικά | Αραβικά

Advertisements
Advertisements

Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης