Σε αυτή τη σελίδα: beleaguered, beleaguer

WordReference English-Greek Dictionary © 2020:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
beleaguered adjadjective: Describes a noun or pronoun--for example, "a tall girl," "an interesting book," "a big house." (troubled)καταπονημένος μτχ πρκμετοχή παρακειμένου: Χρησιμοποιείται ως επίθετο ή ουσιαστικό και έχει τρία γένη, π.χ. χαμένος, χαμένη, χαμένο κλπ.
  (λόγιο)δεινοπαθών μτχ ενεστμετοχή ενεστώτα: Χρησιμοποιείται ως επίθετο ή ουσιαστικό και έχει τρία γένη, π.χ. υπογράφων, υπογράφουσα, υπογράφον κλπ.
 The beleaguered students begged their teacher to assign less work.
beleaguered adjadjective: Describes a noun or pronoun--for example, "a tall girl," "an interesting book," "a big house." (besieged)πολιορκημένος μτχ πρκμετοχή παρακειμένου: Χρησιμοποιείται ως επίθετο ή ουσιαστικό και έχει τρία γένη, π.χ. χαμένος, χαμένη, χαμένο κλπ.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

WordReference English-Greek Dictionary © 2020:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
beleaguer [sb] vtrtransitive verb: Verb taking a direct object--for example, "Say something." "She found the cat." (harass, trouble)ενοχλώ επίμονα ρ μ + επίρ
  παρενοχλώ ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
 
Επιπλέον μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
beleaguer [sb/sth] vtrtransitive verb: Verb taking a direct object--for example, "Say something." "She found the cat." (surround with military)πολιορκώ ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση beleaguered στον τίτλο:

Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο 'beleaguered'.

Σε άλλες γλώσσες Ισπανικά | Γαλλικά | Ιταλικά | Πορτογαλικά | Ρουμανικά | Γερμανικά | Ολλανδικά | Σουηδικά | Ρωσικά | Πολωνικά | Τσέχικα | Τούρκικα | Κινέζικα | Ιαπωνικά | Κορεατικά | Αραβικά

Advertisements
Advertisements

Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης