belated

Listen:
UK:*UK and possibly other pronunciationsUK and possibly other pronunciations/bɪˈleɪtɪd/US:USA pronunciation: IPA and respellingUSA pronuncation: IPA/bɪˈleɪtɪd/ ,USA pronunciation: respelling(bi lātid)


WordReference English-Greek Dictionary © 2020:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
belated adjadjective: Describes a noun or pronoun--for example, "a tall girl," "an interesting book," "a big house." (late, delayed)καθυστερημένος, αργοπορημένος μτχ πρκμετοχή παρακειμένου: Χρησιμοποιείται ως επίθετο ή ουσιαστικό και έχει τρία γένη, π.χ. χαμένος, χαμένη, χαμένο κλπ.
 Sorry for the belated birthday gift.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.
Ο όρος 'belated' βρέθηκε επίσης στις εγγραφές:
Στην αγγλική περιγραφή:
Συμφράσεις: happy belated birthday!, had a belated birthday [celebration, party], [send, give] belated birthday [greetings, wishes], περισσότερα…

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση belated στον τίτλο:

Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο 'belated'.

Σε άλλες γλώσσες Ισπανικά | Γαλλικά | Ιταλικά | Πορτογαλικά | Ρουμανικά | Γερμανικά | Ολλανδικά | Σουηδικά | Ρωσικά | Πολωνικά | Τσέχικα | Τούρκικα | Κινέζικα | Ιαπωνικά | Κορεατικά | Αραβικά

Advertisements
Advertisements

Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης