befit

UK:*UK and possibly other pronunciationsUK and possibly other pronunciations/bɪˈfɪt/US:USA pronunciation: IPA and respellingUSA pronuncation: IPA/bɪˈfɪt/ ,USA pronunciation: respelling(bi fit)

Inflections of 'befit' (v): (⇒ conjugate)
befits
v 3rd person singular
befitting
v pres pverb, present participle: -ing verb used descriptively or to form progressive verb--for example, "a singing bird," "It is singing."
befitted
v pastverb, past simple: Past tense--for example, "He saw the man." "She laughed."
befitted
v past pverb, past participle: Verb form used descriptively or to form verbs--for example, "the locked door," "The door has been locked."

WordReference English-Greek Dictionary © 2020:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
befit [sth/sb] vtrtransitive verb: Verb taking a direct object--for example, "Say something." "She found the cat." formal (be appropriate to)αρμόζω σε κπ/κτ, ταιριάζω σε κπ/κτ ρ αμ + πρόθ
 The princess does a lot of work for charity, as befits a member of the royal family.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.
Ο όρος 'befit' βρέθηκε επίσης στις εγγραφές:
Στην αγγλική περιγραφή:

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση befit στον τίτλο:

Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο 'befit'.

Σε άλλες γλώσσες Ισπανικά | Γαλλικά | Ιταλικά | Πορτογαλικά | Ρουμανικά | Γερμανικά | Ολλανδικά | Σουηδικά | Ρωσικά | Πολωνικά | Τσέχικα | Τούρκικα | Κινέζικα | Ιαπωνικά | Κορεατικά | Αραβικά

Advertisements
Advertisements
Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης