beet

Listen:
UK:*UK and possibly other pronunciationsUK and possibly other pronunciations/ˈbiːt/US:USA pronunciation: IPA and respellingUSA pronuncation: IPA/bit/ ,USA pronunciation: respelling(bēt)

WordReference English-Greek Dictionary © 2020:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
beet (US),
beetroot (UK)
nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc.
(root vegetable)παντζάρι ουσ ουδουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.
  κοκκινογούλι ουσ ουδουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.
 The steak comes with a side of roasted beets. The beetroot in the market didn't look very fresh.
 Η μπριζόλα σερβίρεται με μια μερίδα ψητά παντζάρια. Τα παντζάρια στην αγορά δεν φαίνονταν πολύ φρέσκα.
beet (US),
beetroot (UK)
nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc.
(plant)παντζάρι ουσ ουδουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.
  κοκκινογούλι ουσ ουδουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.
 If you don't plant beets at the right time, your crop will fail.
 Αν δεν φυτεύσεις τα παντζάρια τη σωστή στιγμή, η σοδειά σου θα αποτύχει.
beet greens (US),
beet leaf (UK)
nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc.
(leaves of beetroot plant)φύλλα παντζαριού φρ ως ουσ ουδ πλ
Σχόλιο: 'Beet greens' is a plural noun; 'beet leaf' is used with a singular verb form
 I served the meat with a plateful of healthy beet greens.
 Σέρβιρα το κρέας με ένα γεμάτο πιάτο με υγιεινά φύλλα από παντζάρια.
beet,
beet leaf,
beetroot leaf
nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc.
UK (beet greens: edible leaf of beet plant)φύλλο παντζαριού φρ ως ουσ ουδφράση ως ουσιαστικό ουδέτερο: Σύνολο λέξεων που αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους, π.χ. ανώτατο εκπαιδευτικό ίδρυμα, απολυτήριο λυκείου κλπ.
beet (US),
beetroot (UK)
n as adjnoun as adjective: Describes another noun--for example, "boat race," "dogfood."
(containing beetroot)από παντζάρι, από κοκκινογούλι περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
 I added a swirl of cream to the beetroot soup.
 Πρόσθεσα λίγη κρέμα στη σούπα από παντζάρια.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

WordReference English-Greek Dictionary © 2020:

Σύνθετοι τύποι:
ΑγγλικάΕλληνικά
beet red nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (food colouring) (χρωστική τροφίμων)ερυθρά χρωστική τεύτλων περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
Σχόλιο: A hyphen is used when term is an adjective that precedes the noun
beet red,
beet-red,
UK: beetroot
adjadjective: Describes a noun or pronoun--for example, "a tall girl," "an interesting book," "a big house."
US (reddish purple in colour)κατακόκκινος επίθεπίθετο: Περιγράφει το ουσιαστικό που συνοδεύει, π.χ.ψηλός άντρας, καλός καιρός κλπ, και αλλάζει ανάλογα με το γένος, π.χ.καλός, καλή, καλό
  (κατά λέξη)στο χρώμα του παντζαριού περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
  (συνήθως από ντροπή)κόκκινος σαν πανττζάρι έκφρέκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.
beet-red,
beet red (US),
beetroot red,
beetroot-red (UK)
adjadjective: Describes a noun or pronoun--for example, "a tall girl," "an interesting book," "a big house."
(person: flushed) (μτφ: κοκκίνισμα προσώπου)παντζάρι ουσ ως επίθουσιαστικό σε θέση επιθέτου: Ουσιαστικό που χρησιμοποιείται ως επίθετο, π.χ. είμαι χώμα από την κούραση κλπ.
 He turned beet red with embarrassment.
 Έγινε παντζάρι από τη ντροπή του.
beet sugar nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (sugar from beets)ζάχαρη από ζαχαρότευτλο ουσ θηλουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.
 Some beverage companies add beet sugar to their juice.
fodder beet nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (red root vegetable) (για ζωοτροφή)κτηνοτροφικό τεύτλο επίθ + ουσ ουδ
golden beet nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (root vegetable with round shape)κίτρινο παντζάρι επίθ + ουσ ουδ
 A mixture of roasted red and golden beets makes an attractive side dish.
sugar beet nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (plant from which sugar is obtained)σακχαρότευτλο ουσ ουδουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.
 The EU expects a bumper sugar beet harvest this year.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.
Ο όρος 'beet' βρέθηκε επίσης στις εγγραφές:
Στην αγγλική περιγραφή:
Συμφράσεις: beet [fields, farms, farmers], the beet industry, drink beet juice, περισσότερα…

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση beet στον τίτλο:

Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο 'beet'.

Σε άλλες γλώσσες Ισπανικά | Γαλλικά | Ιταλικά | Πορτογαλικά | Ρουμανικά | Γερμανικά | Ολλανδικά | Σουηδικά | Ρωσικά | Πολωνικά | Τσέχικα | Τούρκικα | Κινέζικα | Ιαπωνικά | Κορεατικά | Αραβικά

Advertisements
Advertisements

Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης