beaten

UK:*UK and possibly other pronunciationsUK and possibly other pronunciations/ˈbiːtən/US:USA pronunciation: IPA and respellingUSA pronuncation: IPA/ˈbitən/ ,USA pronunciation: respelling(bētn)

From the verb beat: (⇒ conjugate)
beaten is: Click the infinitive to see all available inflections
v past pverb, past participle: Verb form used descriptively or to form verbs--for example, "the locked door," "The door has been locked."
Σε αυτή τη σελίδα: beaten, beat

WordReference English-Greek Dictionary © 2020:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
beaten adjadjective: Describes a noun or pronoun--for example, "a tall girl," "an interesting book," "a big house." (formed by blows)σφυρήλατος επίθεπίθετο: Περιγράφει το ουσιαστικό που συνοδεύει, π.χ.ψηλός άντρας, καλός καιρός κλπ, και αλλάζει ανάλογα με το γένος, π.χ.καλός, καλή, καλό
beaten adjadjective: Describes a noun or pronoun--for example, "a tall girl," "an interesting book," "a big house." (path: commonly walked on)πολυσύχναστος επίθεπίθετο: Περιγράφει το ουσιαστικό που συνοδεύει, π.χ.ψηλός άντρας, καλός καιρός κλπ, και αλλάζει ανάλογα με το γένος, π.χ.καλός, καλή, καλό
beaten adjadjective: Describes a noun or pronoun--for example, "a tall girl," "an interesting book," "a big house." (defeated, outdone)ηττημένος μτχ πρκμετοχή παρακειμένου: Χρησιμοποιείται ως επίθετο ή ουσιαστικό και έχει τρία γένη, π.χ. χαμένος, χαμένη, χαμένο κλπ.
  νικημένος, χαμένος μτχ πρκμετοχή παρακειμένου: Χρησιμοποιείται ως επίθετο ή ουσιαστικό και έχει τρία γένη, π.χ. χαμένος, χαμένη, χαμένο κλπ.
beaten adjadjective: Describes a noun or pronoun--for example, "a tall girl," "an interesting book," "a big house." figurative (exhausted, discouraged) (όχι άλλη δύναμη)εξαντλημένος μτχ πρκμετοχή παρακειμένου: Χρησιμοποιείται ως επίθετο ή ουσιαστικό και έχει τρία γένη, π.χ. χαμένος, χαμένη, χαμένο κλπ.
  (όχι άλλο κουράγιο)αποκαρδιωμένος μτχ πρκμετοχή παρακειμένου: Χρησιμοποιείται ως επίθετο ή ουσιαστικό και έχει τρία γένη, π.χ. χαμένος, χαμένη, χαμένο κλπ.
beaten adjadjective: Describes a noun or pronoun--for example, "a tall girl," "an interesting book," "a big house." (food: whipped or pounded)χτυπημένος μτχ πρκμετοχή παρακειμένου: Χρησιμοποιείται ως επίθετο ή ουσιαστικό και έχει τρία γένη, π.χ. χαμένος, χαμένη, χαμένο κλπ.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

WordReference English-Greek Dictionary © 2020:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
beat [sth] vtrtransitive verb: Verb taking a direct object--for example, "Say something." "She found the cat." (strike, pound)χτυπάω ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
  (καθομιλουμένη)βαράω, κοπανάω ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
 He beat the desk with his fist to try to get his point across.
 Χτύπησε το γραφείο με τη γροθιά του για να προσπαθήσει να περάσει το μήνυμά του.
beat [sb] vtrtransitive verb: Verb taking a direct object--for example, "Say something." "She found the cat." (hit [sb] repeatedly)χτυπάω ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
  (καθομιλουμένη)βαράω, κοπανάω ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
  (συνήθως με το χέρι)δέρνω ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
 The judge sentenced Willis to five years in jail for beating his victim with a baseball bat.
 Ο δικαστής καταδίκασε τον Γουίλις σε πέντε χρόνια φυλάκισης επειδή χτύπησε το θύμα του με ένα ρόπαλο του μπέιζμπολ.
beat [sb] vtrtransitive verb: Verb taking a direct object--for example, "Say something." "She found the cat." (defeat)νικάω, κερδίζω ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
 The championship team are confident they can beat the challengers.
 Οι πρωταθλητές νίκησαν τους διεκδικητές του τίτλου.
beat [sth] vtrtransitive verb: Verb taking a direct object--for example, "Say something." "She found the cat." (eggs: whisk)χτυπάω ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
 Before you scramble eggs, you have to beat them.
 Προτού φτιάξεις ομελέτα, πρέπει να χτυπήσεις τα αυγά.
beat [sth] vtrtransitive verb: Verb taking a direct object--for example, "Say something." "She found the cat." (wings: flap)χτυπάω ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
 A hummingbird beats its wings many times a second.
 Τα κολιμπρί χτυπούν τα φτερά τους πολλές φορές το δευτερόλεπτο.
beat nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (rhythm)ρυθμός ουσ αρσουσιαστικό αρσενικό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα αρσενικού γένους.
  (έντονος ρυθμός)μπιτ ουσ ουδ άκλουσιαστικό ουδέτερο άκλιτο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους και δεν κλίνεται, π.χ. σάντουιτς, κομπιούτερ κλπ. Συχνά είναι ξενικής προέλευσης.
 The dancers moved to the beat of the music.
 Οι χορευτές λικνίζονταν με τον ρυθμό της μουσικής.
 
Επιπλέον μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
beat adjadjective: Describes a noun or pronoun--for example, "a tall girl," "an interesting book," "a big house." US, informal, colloquial (exhausted) (μεταφορικά, ανεπίσημο)πτώμα, λιώμα ουσ ως επίθουσιαστικό σε θέση επιθέτου: Ουσιαστικό που χρησιμοποιείται ως επίθετο, π.χ. είμαι χώμα από την κούραση κλπ.
 After a long day at work, Keith's father is beat when he comes home.
Beat adjadjective: Describes a noun or pronoun--for example, "a tall girl," "an interesting book," "a big house." historical (beatnik) (σπάνιο)μπητ, μπιτ επίθ άκλάκλιτο επίθετο: Περιγράφει το ουσιαστικό που συνοδεύει, π.χ.κυριλέ ντύσιμο, γκρι μαλλιά κλπ, και δεν αλλάζει ανάλογα με το γένος. Συχνά είναι ξενικής προέλευσης.
  του μπητ, των μπητ περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
 Kerouac is the most famous of the Beat poets.
beat nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (musical note)νότα ουσ θηλουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.
  (κατά λέξη)παλμός ουσ αρσουσιαστικό αρσενικό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα αρσενικού γένους.
 You must remember to play harder on the accented beats.
beat nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (stroke, blow)χτύπημα ουσ ουδουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.
 The beat of the workers' hammers gave Sue a headache.
beat nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (heartbeat) (της καρδιάς)χτύποι, παλμοί ουσ αρσ πλουσιαστικό αρσενικό πληθυντικός: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα αρσενικού γένους και είτε χρησιμοποιείται μόνο στον πληθυντικό, π.χ. οι Ολυμπιακοί (αγώνες), είτε αναφέρεται στον πληθυντικό για την ορθή απόδοση του μεταφραζόμενου όρου.
 In her excitement, Fran could feel the beat of her heart.
beat nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (police officer's round)περιπολία ουσ θηλουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.
 Officer Smith pounded the beat all day long.
beat viintransitive verb: Verb not taking a direct object--for example, "She jokes." "He has arrived." (heart: throb)χτυπάω ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
 The doctor listened to see if the man's heart was beating.
beat viintransitive verb: Verb not taking a direct object--for example, "She jokes." "He has arrived." (wings: flap)χτυπάω ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
 The eagle's wings did not beat as it glided through the air.
beat [sb] vtrtransitive verb: Verb taking a direct object--for example, "Say something." "She found the cat." informal (arrive before)ξεπερνώ, περνώ ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
  (μτφ, καθομιλουμένη)κερδίζω, τρώω ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
  (συγκεκριμένο τέρμα)φτάνω πιο γρήγορα σε κτ περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
 I bet we will beat you! We drive much faster.
beat [sth] vtrtransitive verb: Verb taking a direct object--for example, "Say something." "She found the cat." (tap out: a rhythm) (μουσική)παίζω ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
 The drummer beat the rhythm on the bass drum.
beat [sth] vtrtransitive verb: Verb taking a direct object--for example, "Say something." "She found the cat." (metal: flatten)σφυρηλατώ ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
 The craftsman beat the piece of metal until it was very thin.
beat [sth] vtrtransitive verb: Verb taking a direct object--for example, "Say something." "She found the cat." slang (be preferable)είμαι καλύτερος από κτ περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
  είμαι προτιμότερος από κτ περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
 Nothing beats a chocolate cake fresh from the oven.
beat [sb] to [sth] vtrtransitive verb: Verb taking a direct object--for example, "Say something." "She found the cat." (arrive before) (μέχρι/ως κάποιο μέρος)ξεπερνώ, περνώ ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
  κερδίζω ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
  φτάνω πριν από κπ περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
 Thompson beat the other runners to the finish line.
beat doing [sth] vtrtransitive verb: Verb taking a direct object--for example, "Say something." "She found the cat." (be preferable)είμαι καλύτερος από κτ περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

WordReference English-Greek Dictionary © 2020:

Σύνθετοι τύποι:
beaten | beat
ΑγγλικάΕλληνικά
beaten egg nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (eggs: whisked)χτυπητό αυγό επίθ + ουσ ουδ
 Brushing beaten egg over the bread dough produces a lovely golden glaze.
beaten track nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (well-trodden path or route)πατημένο μονοπάτι ουσ ουδουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.
Σχόλιο: δεν υπάρχει ακριβής αντιστοιχία
 If we wander off the beaten track we'll probably get lost.
beaten up adjadjective: Describes a noun or pronoun--for example, "a tall girl," "an interesting book," "a big house." informal (physically assaulted)που έχει φάει ξύλο, που το έχουν χτυπήσει, που τον έχουν δείρει περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
  (πριν από ουσιαστικό)χτυπημένος, δαρμένος μτχ πρκμετοχή παρακειμένου: Χρησιμοποιείται ως επίθετο ή ουσιαστικό και έχει τρία γένη, π.χ. χαμένος, χαμένη, χαμένο κλπ.
 Joe was beaten up last night and he's covered in bruises.
beaten-up adjadjective: Describes a noun or pronoun--for example, "a tall girl," "an interesting book," "a big house." informal (car, etc.: battered from use) (κυρίως αυτοκίνητα)σαραβαλιασμένος μτχ πρκμετοχή παρακειμένου: Χρησιμοποιείται ως επίθετο ή ουσιαστικό και έχει τρία γένη, π.χ. χαμένος, χαμένη, χαμένο κλπ.
  (έπιπλα, συσκευές κλπ)ξεχαρβαλωμένος μτχ πρκμετοχή παρακειμένου: Χρησιμοποιείται ως επίθετο ή ουσιαστικό και έχει τρία γένη, π.χ. χαμένος, χαμένη, χαμένο κλπ.
  φθαρμένος μτχ πρκμετοχή παρακειμένου: Χρησιμοποιείται ως επίθετο ή ουσιαστικό και έχει τρία γένη, π.χ. χαμένος, χαμένη, χαμένο κλπ.
get beaten up,
be beaten up
v exprverbal expression: Phrase with special meaning functioning as verb--for example, "put their heads together," "come to an end."
informal (be physically assaulted) (καθομιλουμένη)τρώω ξύλο έκφρέκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.
 From his black eye and bloody nose, everyone knew he'd gotten beaten up in the fight.
 Από το μαυρισμένο του μάτι και τη ματωμένη μύτη όλοι κατάλαβαν ότι έφαγε ξύλο.
off the beaten track,
off the beaten path
exprexpression: Prepositional phrase, adverbial phrase, or other phrase or expression--for example, "behind the times," "on your own."
(away from tourist routes)μακριά από τουριστικά μέρη επίρεπίρρημα: Περιγράφει το ρήμα που συνοδεύει, π.χ. τρέχω γρήγορα, μιλάω ακατάπαυστακλπ.
Σχόλιο: δεν υπάρχει ακριβής αντιστοιχία, επιρρηματικός προσδιορισμός
 We prefer to eat with the locals in small restaurants off the beaten track.
weather-beaten,
weather beaten
adjadjective: Describes a noun or pronoun--for example, "a tall girl," "an interesting book," "a big house."
(worn by wind, rain)φθαρμένος από τα καιρικά φαινόμενα περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
  (πιο απλά)φθαρμένος μτχ πρκμετοχή παρακειμένου: Χρησιμοποιείται ως επίθετο ή ουσιαστικό και έχει τρία γένη, π.χ. χαμένος, χαμένη, χαμένο κλπ.
Σχόλιο: hyphen omitted when term follows a noun
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.
Ο όρος 'beaten' βρέθηκε επίσης στις εγγραφές:
Στην αγγλική περιγραφή:

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση beaten στον τίτλο:

Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο 'beaten'.

Σε άλλες γλώσσες Ισπανικά | Γαλλικά | Ιταλικά | Πορτογαλικά | Ρουμανικά | Γερμανικά | Ολλανδικά | Σουηδικά | Ρωσικά | Πολωνικά | Τσέχικα | Τούρκικα | Κινέζικα | Ιαπωνικά | Κορεατικά | Αραβικά

Advertisements
Advertisements

Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης