Το WordReference δεν έχει τη δυνατότητα να μεταφράσει αυτή τη φράση, μπορείτε όμως να κάνετε κλικ σε κάθε λέξη για να δείτε τη σημασία της:

bear down on or upon


Η φράση που αναζητήσατε δεν βρέθηκε.
Η εγγραφή για τον όρο bear παρατίθεται στη συνέχεια.

Δείτε επίσης: down | on | or | upon

WordReference English-Greek Dictionary © 2020:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
bear nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (mammal: ursidae) (ζώο)αρκούδα ουσ θηλουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.
 America is home to many species of bear.
 Στην Αμερική υπάρχουν πολλά είδη αρκούδας.
bear [sth] vtrtransitive verb: Verb taking a direct object--for example, "Say something." "She found the cat." (support weight)αντέχω ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
  (ανεπίσημο)βαστάζω ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
 The bridge must bear the weight of the cars and trucks.
 Η γέφυρα πρέπει να αντέχει το βάρος αυτοκινήτων και φορτηγών.
bear [sth] vtrtransitive verb: Verb taking a direct object--for example, "Say something." "She found the cat." (endure [sth])αντέχω ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
  (ανεπίσημο)βαστάω, βαστώ ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
 He could hardly bear the suspense.
 Με το ζόρι άντεχε την αγωνία.
bear [sth] vtrtransitive verb: Verb taking a direct object--for example, "Say something." "She found the cat." (produce flowers, fruit) (καθομιλουμένη)βγάζω ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
  παράγω ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
 After several years of drought, the apple tree finally bore fruit.
 Μετά από πολλά χρόνια ξηρασίας, η μηλιά έβγαλε επιτέλους καρπούς.
 Μετά από πολλά χρόνια ξηρασίας, η μηλιά παρήγαγε επιτέλους καρπούς.
bear [sth] vtrtransitive verb: Verb taking a direct object--for example, "Say something." "She found the cat." (give birth to: a child)κάνω ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
  γεννάω, γεννώ ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
 The queen bore fourteen children, but only three survived childhood.
 Η βασίλισσα έκανε δεκατέσσερα παιδιά αλλά μόνο τρία έζησαν μετά την παιδική ηλικία.
 Η βασίλισσα γέννησε δεκατέσσερα παιδιά αλλά μόνο τρία έζησαν μετά την παιδική ηλικία.
bear [sb] [sth] vtrtransitive verb: Verb taking a direct object--for example, "Say something." "She found the cat." (give [sb] with an heir)κάνω ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
  (για επιθυμητό γεγονός)χαρίζω ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
 The Queen bore her husband three daughters.
 Η βασίλισσα χάρισε στον άντρα της τρεις κόρες.
bear [sth] vtrtransitive verb: Verb taking a direct object--for example, "Say something." "She found the cat." (withstand, stand up to)στέκω ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
  (ανεπίσημο: με επιτυχία)περνώ ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
  (σε κάτι)αντέχω ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
 He knew his alibi would bear scrutiny, so he had no problem telling it to the detectives.
 Ήξερε ότι το άλλοθί του θα έστεκε στον έλεγχο κι έτσι δεν είχε πρόβλημα να το αναφέρει στους ερευνητές.
 Ήξερε ότι το άλλοθί του θα περνούσε (με επιτυχία) τον έλεγχο κι έτσι δεν είχε πρόβλημα να το αναφέρει στους ερευνητές.
bear viintransitive verb: Verb not taking a direct object--for example, "She jokes." "He has arrived." (curve: left, right)κάνω ρ αμρήμα αμετάβατο: Δεν συνδυάζεται με αντικείμενο, π.χ. κοιμάμαι, διψάω, πεινάωκλπ.
  (προς κτ, σε κτ)πηγαίνω, μετακινούμαι, κινούμαι ρ αμρήμα αμετάβατο: Δεν συνδυάζεται με αντικείμενο, π.χ. κοιμάμαι, διψάω, πεινάωκλπ.
  (σε)μπαίνω ρ αμρήμα αμετάβατο: Δεν συνδυάζεται με αντικείμενο, π.χ. κοιμάμαι, διψάω, πεινάωκλπ.
 You need to bear left at the fork in the road.
 Πρέπει να κάνεις αριστερά στη διχάλα του δρόμου.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.
Επιπλέον μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
bear nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. US, informal, figurative (rude person)αγενής, αγροίκος επίθεπίθετο: Περιγράφει το ουσιαστικό που συνοδεύει, π.χ.ψηλός άντρας, καλός καιρός κλπ, και αλλάζει ανάλογα με το γένος, π.χ.καλός, καλή, καλό
  (μεταφορικά, προσβλητικό)ζώο, ζώον, γουρούνι ουσ ουδουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.
 He is a bear first thing in the morning.
bear nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (business pessimist) (ζαργκόν, μτφ: επιχείρηση)αρκούδα ουσ αρσουσιαστικό αρσενικό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα αρσενικού γένους.
  απαισιόδοξος επίθ ως ουδ
Σχόλιο: Η λέξη αρκούδα συνήθως χρησιμοποιείται μέσα σε εισαγωγικά.
 In the current recession, we're all bears.
bear nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. informal (finance: short seller) (ζαργκόν, μτφ: οικονομία)αρκούδα ουσ θηλουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.
  (επίσημο)υποτιμητής ουσ αρσουσιαστικό αρσενικό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα αρσενικού γένους.
 A bear sells when he hopes prices will go even lower.
bear nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. US, informal, figurative ([sth] difficult) (αργκό, μεταφορικά)παλούκι, μανίκι ουσ ουδουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.
 Avoid taking economics with Professor Smith; his class is a bear! This tax form is a bear!
bear viintransitive verb: Verb not taking a direct object--for example, "She jokes." "He has arrived." (remain)μένω, παραμένω ρ συνδβοηθητικό ρήμα: Συνδέει το υποκείμενο με ένα επίθετο ή ουσιαστικό που το χαρακτηρίζει, π.χ. είμαι, γίνομαι κλπ.
 He would bear true to the promises he made.
bear [sth/sb] vtrtransitive verb: Verb taking a direct object--for example, "Say something." "She found the cat." (carry [sth], [sb])μεταφέρω ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
  κουβαλάω ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
 The donkey had to bear the load to the camp.
bear yourself vtrtransitive verb: Verb taking a direct object--for example, "Say something." "She found the cat." (conduct: yourself)φέρομαι, συμπεριφέρομαι ρ αμρήμα αμετάβατο: Δεν συνδυάζεται με αντικείμενο, π.χ. κοιμάμαι, διψάω, πεινάωκλπ.
 He bore himself with courage and distinction.
bear [sth] vtrtransitive verb: Verb taking a direct object--for example, "Say something." "She found the cat." (assume)φέρω, αναλαμβάνω, λαμβάνω ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
 I will bear the responsibility for my decisions.
bear [sth] vtrtransitive verb: Verb taking a direct object--for example, "Say something." "She found the cat." (ill will, resentment: harbour)τρέφω ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
  (πιο απλά)έχω, νιώθω ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
 George doesn't bear any ill will towards people whose views are completely different from his own.
bear [sth] vtrtransitive verb: Verb taking a direct object--for example, "Say something." "She found the cat." (display, show [sth])φέρω ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
  (πιο απλά)έχω ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
 The warrior's face bore several deep scars.
bear [sth] vtrtransitive verb: Verb taking a direct object--for example, "Say something." "She found the cat." (have: name, title)έχω ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
  (επίσημο)φέρω ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
 He bears his father's name.
bear [sth] vtrtransitive verb: Verb taking a direct object--for example, "Say something." "She found the cat." (finance: attempt to lower price)μειώνω την τιμή περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
 The brokers were trying to bear the stocks.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

WordReference English-Greek Dictionary © 2020:

Phrasal verbs
ΑγγλικάΕλληνικά
bear away vtr phrasal insepphrasal verb, transitive, inseparable: Verb with adverb(s) or preposition(s), having special meaning, not divisible--for example,"go with" [=combine nicely]: "Those red shoes don't go with my dress." NOT [S]"Those red shoes don't go my dress with."[/S] (carry off after winning)συνεχίζω ρ αμρήμα αμετάβατο: Δεν συνδυάζεται με αντικείμενο, π.χ. κοιμάμαι, διψάω, πεινάωκλπ.
bear away vi phrasalphrasal verb, intransitive: Verb with adverb(s) or preposition(s), having special meaning and not taking direct object--for example, "make up" [=reconcile]: "After they fought, they made up." (nautical: change course)πρυμνίζω ρ αμρήμα αμετάβατο: Δεν συνδυάζεται με αντικείμενο, π.χ. κοιμάμαι, διψάω, πεινάωκλπ.
bear down vi phrasalphrasal verb, intransitive: Verb with adverb(s) or preposition(s), having special meaning and not taking direct object--for example, "make up" [=reconcile]: "After they fought, they made up." (labor: push baby out) (το έμβρυο στο τελικό στάδιο τοκετού)εξωθώ ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
  (καθομιλουμένη)σπρώχνω ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
bear down vi phrasalphrasal verb, intransitive: Verb with adverb(s) or preposition(s), having special meaning and not taking direct object--for example, "make up" [=reconcile]: "After they fought, they made up." US (apply pressure, concentrate) (μεταφορικά)πιέζομαι ρ αμρήμα αμετάβατο: Δεν συνδυάζεται με αντικείμενο, π.χ. κοιμάμαι, διψάω, πεινάωκλπ.
 You have to know when to conserve your strength and when to bear down with every bit of energy you have.
 Πρέπει να ξέρεις πότε να συντηρείς την δύναμή σου και πότε να πιέζεσαι με όση ενέργεια έχεις.
bear down on [sth/sb] vi phrasal + prep (push, press on)πιέζω ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
  ασκώ πίεση σε κτ/κπ έκφρέκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.
 Bear down on the pen to make clear carbon copies.
bear down on [sb] vi phrasal + prep figurative (weigh heavily upon) (μεταφορικά)επιβαρύνω ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
  είμαι μεγάλο βάρος για κπ έκφρέκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.
  βαραίνω ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
  (καθομιλουμένη)ζορίζω ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
 Emma felt the full weight of her financial worries bearing down on her.
bear down on [sb/sth] vi phrasal + prep UK (rush towards)πλησιάζω γρήγορα ρ μ + επίρ
  πλησιάζω με ταχύτητα περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
 The truck came bearing down on the brothers as they were crossing the street.
bear down on [sb] vtr phrasal insepphrasal verb, transitive, inseparable: Verb with adverb(s) or preposition(s), having special meaning, not divisible--for example,"go with" [=combine nicely]: "Those red shoes don't go with my dress." NOT [S]"Those red shoes don't go my dress with."[/S] (approach threateningly)πλησιάζω απειλητικά ρ αμ + επίρ
 The man was bearing down on Jim along the path.
bear on [sth] vtr phrasal insepphrasal verb, transitive, inseparable: Verb with adverb(s) or preposition(s), having special meaning, not divisible--for example,"go with" [=combine nicely]: "Those red shoes don't go with my dress." NOT [S]"Those red shoes don't go my dress with."[/S] formal (be relevant)σχετίζομαι με, συνδέομαι με ρ μ + πρόθ
  (μεταφορικά)αγγίζω ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
bear [sth] out,
bear out [sth]
vtr phrasal sepphrasal verb, transitive, separable: Verb with adverb(s) or preposition(s), having special meaning, divisible--for example, "call off" [=cancel], "call the game off," "call off the game."
(confirm: a fact)επιβεβαιώνω, υποστηρίζω, στηρίζω ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
 These figures bear out the fact that more children are becoming obese nowadays.
 Αυτοί οι αριθμοί επιβεβαιώνουν το γεγονός ότι περισσότερα παιδιά γίνονται παχύσαρκα στις μέρες μας.
bear out [sb],
bear [sb] out
vtr phrasal sepphrasal verb, transitive, separable: Verb with adverb(s) or preposition(s), having special meaning, divisible--for example, "call off" [=cancel], "call the game off," "call off the game."
(support: [sb]'s assertion)επιβεβαιώνω ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
  (μεταφορικά)συμφωνώ με κπ ρ αμ + πρόθ
 He said it was a job for younger men, and the statistics bear him out.
 Είπε ότι ήταν δουλειά για νεότερους άντρες και οι στατιστικές τον επιβεβαίωσαν.
bear up vi phrasalphrasal verb, intransitive: Verb with adverb(s) or preposition(s), having special meaning and not taking direct object--for example, "make up" [=reconcile]: "After they fought, they made up." (remain strong in adversity)τα καταφέρνω έκφρέκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.
  αντέχω, αντεπεξέρχομαι ρ αμρήμα αμετάβατο: Δεν συνδυάζεται με αντικείμενο, π.χ. κοιμάμαι, διψάω, πεινάωκλπ.
  (καθομιλουμένη)βαστάω, βαστώ ρ αμρήμα αμετάβατο: Δεν συνδυάζεται με αντικείμενο, π.χ. κοιμάμαι, διψάω, πεινάωκλπ.
  (μτφ: κάποιου γεγονότος)αντέχω το βάρος έκφρέκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.
bear up vi phrasalphrasal verb, intransitive: Verb with adverb(s) or preposition(s), having special meaning and not taking direct object--for example, "make up" [=reconcile]: "After they fought, they made up." (endure [sth] difficult)ανέχομαι, υποφέρω ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
 She is bearing up well despite the pressure she is under.
bear with [sb] vtr phrasal insepphrasal verb, transitive, inseparable: Verb with adverb(s) or preposition(s), having special meaning, not divisible--for example,"go with" [=combine nicely]: "Those red shoes don't go with my dress." NOT [S]"Those red shoes don't go my dress with."[/S] (be patient)κάνω υπομονή, δείχνω κατανόηση έκφρέκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.
  (κάτι δυσάρεστο)ανέχομαι ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
 I asked them to bear with me while I checked the details of their booking.
 Τους ζήτησα να κάνουν υπομονή, ενώ έλεγχα τις λεπτομέρειες της κράτησής τους.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

WordReference English-Greek Dictionary © 2020:

Σύνθετοι τύποι:
ΑγγλικάΕλληνικά
ant bear,
antbear
nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc.
(animal: giant anteater)γιγάντιος μυρμηγκοφάγος επίθ + ουσ αρσ
ant bear,
antbear
nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc.
colloquial (animal: aardvark)oρυκτερόπους ουσ αρσουσιαστικό αρσενικό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα αρσενικού γένους.
bear a child v exprverbal expression: Phrase with special meaning functioning as verb--for example, "put their heads together," "come to an end." (give birth to a baby)κάνω παιδί περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
 Helen bore a child at the age of 43.
bear a grudge v exprverbal expression: Phrase with special meaning functioning as verb--for example, "put their heads together," "come to an end." (be resentful)κρατάω κακία έκφρέκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.
bear a grudge against [sb] v exprverbal expression: Phrase with special meaning functioning as verb--for example, "put their heads together," "come to an end." (be resentful)κρατάω κακία σε κπ έκφρέκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.
 Fred bore a grudge against his brothers.
bear a grudge against [sb] for [sth] v exprverbal expression: Phrase with special meaning functioning as verb--for example, "put their heads together," "come to an end." (be resentful)κρατάω κακία σε κπ για κτ έκφρέκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.
 Julie bears a grudge against her neighbour for cutting down a hedge that was actually on Julie's property.
bear a resemblance to [sb] v exprverbal expression: Phrase with special meaning functioning as verb--for example, "put their heads together," "come to an end." (look like)μοιάζω με κπ ρ μ + πρόθ
Σχόλιο: Often used with an adjective, such as "striking", "strong", "uncanny", etc.
 He bears a striking resemblance to his sister.
bear arms v exprverbal expression: Phrase with special meaning functioning as verb--for example, "put their heads together," "come to an end." (carry weapons)είμαι οπλισμένος, οπλοφορώ ρ αμρήμα αμετάβατο: Δεν συνδυάζεται με αντικείμενο, π.χ. κοιμάμαι, διψάω, πεινάωκλπ.
 Every citizen has the right to bear arms.
bear claw (cuisine)γλύκισμα από ζύμη που το σχήμα του μοιάζει με πόδι αρκούδας β' συνθετικό: Βρίσκεται στην τέλος μια λέξης και σε οριμένες περιπτώσης φανερώνει το νόημα αυτής, π.χ. υψηλόβαθμος, χαμηλόβαθμοςκλπ.
Σχόλιο: Δεν υπάρχει αντίστοιχος όρος.
bear cub nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (baby bear)αρκουδάκι ουσ ουδουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.
 Never get between a bear cub and its mother; she will attack you to protect her child.
bear false witness v exprverbal expression: Phrase with special meaning functioning as verb--for example, "put their heads together," "come to an end." (lie in court)ψευδομαρτυρώ ρ αμρήμα αμετάβατο: Δεν συνδυάζεται με αντικείμενο, π.χ. κοιμάμαι, διψάω, πεινάωκλπ.
  διαπράττω ψευδομαρτυρία περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
 The law takes the act of bearing false witness very seriously.
bear false witness v exprverbal expression: Phrase with special meaning functioning as verb--for example, "put their heads together," "come to an end." (Bible: lie about [sb])ψευδομαρτυρώ ρ αμρήμα αμετάβατο: Δεν συνδυάζεται με αντικείμενο, π.χ. κοιμάμαι, διψάω, πεινάωκλπ.
 The sin of bearing false witness is a serious offense before God.
bear false witness against [sb] v exprverbal expression: Phrase with special meaning functioning as verb--for example, "put their heads together," "come to an end." (Bible: lie about [sb](εις βάρος κάποιου)ψευδομαρτυρώ ρ αμρήμα αμετάβατο: Δεν συνδυάζεται με αντικείμενο, π.χ. κοιμάμαι, διψάω, πεινάωκλπ.
 You shall not bear false witness against your neighbor.
bear fruit vtr + n (plant: produce fruit) (δέντρο)κάνω καρπούς ρ εκφρ
 It can take several years before a new lemon tree begins to bear fruit.
 Μπορεί να χρειαστούν αρκετά χρόνια πριν αρχίσει να κάνει καρπούς μια νέα λεμονιά.
bear fruit vtr + n figurative (idea: succeed) (μεταφορικά)αποδίδω καρπούς εκφρ
 It started as a brainstorm idea but gradually it began to bear fruit.
bear hug nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. figurative (affectionate embrace)ζεστή αγκαλιά επίθ + ουσ θηλ
  σφιχτή αγκαλιά επίθ + ουσ θηλ
bear in mind that,
bear [sth] in mind
v exprverbal expression: Phrase with special meaning functioning as verb--for example, "put their heads together," "come to an end."
(consider, take into account)έχω στο νου μου έκφρέκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.
 Bear in mind that we already have an enormous sum invested in the project.
 Έχε στο νου σου ότι έχουμε ήδη επενδύσει ένα τεράστιο ποσό στο έργο.
bear market nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (stock trading)αγορά που υφίσταται κρίση ουσ θηλουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.
 Oil prices are currently in a bear market.
bear no resemblance to [sth/sb] v exprverbal expression: Phrase with special meaning functioning as verb--for example, "put their heads together," "come to an end." (be totally unlike)δε μοιάζω με, δεν μοιάζω καθόλου με κτ/κπ περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
  δεν έχω καμία ομοιότητα με κτ/κπ περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
  (καθομ, μεταφορικά)δεν έχω καμία σχέση με κτ/κπ έκφρέκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.
 The boy bears no resemblance to his father or his other brother.
bear pit nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (bear enclosure in zoo, etc.) (σε ζωολογικό κήπο)κελιά αρκούδων, διαμερίσματα αρκούδων φρ ως ουσ ουδ πλ
  χώρος αρκούδων φρ ως ουσ αρσφράση ως ουσιαστικό αρσενικό: Σύνολο λέξεων που αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα αρσενικού γένους, π.χ. φακός επαφής, καθηγητής φυσικής αγωγήςκλπ.
bear repeating v exprverbal expression: Phrase with special meaning functioning as verb--for example, "put their heads together," "come to an end." (be worth saying again) (θέμα)που αξίζει να επαναλάβουμε, που αξίζει να επαναληφθεί περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
  (καθομιλουμένη: το θέμα)σηκώνω επανάληψη έκφρέκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.
bear testament to [sth],
be testament to [sth]
v exprverbal expression: Phrase with special meaning functioning as verb--for example, "put their heads together," "come to an end."
(confirm, be evidence of [sth](μεταφορικά)μαρτυρώ ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
  αποδεικνύω ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
 The examination results bear testament to everyone's hard work.
bear the brunt of [sth],
take the brunt of [sth]
v exprverbal expression: Phrase with special meaning functioning as verb--for example, "put their heads together," "come to an end."
(take the worst of [sth]'s impact)επηρεάζομαι στο μεγαλύτερο βαθμό από κτ έκφρέκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.
  υποφέρω περισσότερο εξαιτίας κτ έκφρέκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.
  (με γενική)δέχομαι το μεγαλύτερο πλήγμα έκφρέκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.
bear the cost v exprverbal expression: Phrase with special meaning functioning as verb--for example, "put their heads together," "come to an end." (pay)αναλαμβάνω τα έξοδα, πληρώνω ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
 Taxpayers will bear the cost of health care reform.
bear the cost of [sth] v exprverbal expression: Phrase with special meaning functioning as verb--for example, "put their heads together," "come to an end." (pay) (δυσαρέσκεια)επιβαρύνομαι με κτ ρ αμ + πρόθ
  (ευχαρίστως)αναλαμβάνω τα έξοδα έκφρέκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.
bear the expense v exprverbal expression: Phrase with special meaning functioning as verb--for example, "put their heads together," "come to an end." (pay)αναλαμβάνω τα έξοδα ρ αμρήμα αμετάβατο: Δεν συνδυάζεται με αντικείμενο, π.χ. κοιμάμαι, διψάω, πεινάωκλπ.
  πληρώνω ρ αμρήμα αμετάβατο: Δεν συνδυάζεται με αντικείμενο, π.χ. κοιμάμαι, διψάω, πεινάωκλπ.
bear the expense of [sth] v exprverbal expression: Phrase with special meaning functioning as verb--for example, "put their heads together," "come to an end." (pay)αναλαμβάνω τα έξοδα του έκφρέκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.
  (συνήθως με δυσαρέσκεια)επιβαρύνομαι με τα έξοδα του έκφρέκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.
  πληρώνω ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
 Her father is bearing the expense of the wedding.
bear the name of [sb] vtrtransitive verb: Verb taking a direct object--for example, "Say something." "She found the cat." (be named after)φέρω το όνομα περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
 Many butterfly species bear the name of their discoverers.
bear trap nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (snare to catch bears)παγίδα για αρκούδες περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
bear trap nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. figurative, UK (stock market indicator) (μεταφορικά)ψευδής ένδειξη για πτώση του χρηματιστηρίου β' συνθετικό: Βρίσκεται στην τέλος μια λέξης και σε οριμένες περιπτώσης φανερώνει το νόημα αυτής, π.χ. υψηλόβαθμος, χαμηλόβαθμοςκλπ.
bear upon [sth] vi + prep formal (be relevant)σχετίζομαι ρ αμρήμα αμετάβατο: Δεν συνδυάζεται με αντικείμενο, π.χ. κοιμάμαι, διψάω, πεινάωκλπ.
 How will these new findings bear upon our approach to educating children?
Bear with me interjinterjection: Exclamation--for example, "Oh no!" "Wow!" (Please be patient)με συγχωρείτε έκφρέκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.
  (κατά λέξη)δείξτε κατανόηση έκφρέκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.
Σχόλιο: δεν υπάρχει ακριβής αντιστοιχία
 Please bear with me - this will only take five minutes.
bear witness to [sth] vtr + n (testify)παρουσιάζομαι ως μάρτυρας ρ αμρήμα αμετάβατο: Δεν συνδυάζεται με αντικείμενο, π.χ. κοιμάμαι, διψάω, πεινάωκλπ.
bear witness against [sb] vtr + n (testify)καταθέτω ενάντια σε κπ, καταθέτω εναντίον κάποιου περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
 A wife cannot be forced to bear witness against her husband.
bear's den nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (lair of a bear)φωλιά αρκούδας περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
black bear nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (American mammal) (Αμερική)μαύρη αρκούδα επίθ + ουσ θηλ
 Black bears are smaller than Grizzly or Polar bears.
black bear nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (Asian mammal) (Ασία)μαύρη αρκούδα επίθ + ουσ θηλ
bring [sth] to bear on [sth] v exprverbal expression: Phrase with special meaning functioning as verb--for example, "put their heads together," "come to an end." (apply [sth])χρησιμοποιώ κτ σε κτ ρ μ + πρόθ
  βάζω κτ σε κτ ρ μ + πρόθ
 Ali brought all his strength to bear on the heavy door.
brown bear nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (North American mammal)καφέ αρκούδα επίθ + ουσ θηλ
 Kodiak bears and grizzly bears are species of the brown bear.
Great Bear nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (constellation, Ursa Major)Μεγάλη Άρκτος φρ ως ουσ θηλφράση ως ουσιαστικό θηλυκό: Σύνολο λέξεων που αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους, π.χ. καθηγήτρια φυσικής αγωγής, διευθύντρια γυμνασίου κλπ.
grin and bear it v exprverbal expression: Phrase with special meaning functioning as verb--for example, "put their heads together," "come to an end." (suffer without complaint) (μεταφορικά)κάνω την καρδιά μου πέτρα έκφρέκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.
  υπομένω κτ με χαμόγελο έκφρέκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.
  (αργκό, μεταφορικά)κάνω κτ γαργάρα έκφρέκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.
grizzly nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (American bear)αρκούδα Γκρίζλι φρ ως ουσ θηλφράση ως ουσιαστικό θηλυκό: Σύνολο λέξεων που αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους, π.χ. καθηγήτρια φυσικής αγωγής, διευθύντρια γυμνασίου κλπ.
  Γκρίζλι ουσ θηλ άκλουσιαστικό θηλυκό άκλιτο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους και δεν κλίνεται, π.χ. μακιγιέζ, μπέιμπι-σίτερ κλπ. Συχνά είναι ξενικής προέλευσης.
Σχόλιο: Γκρίζλι: ξενικό, άκλιτο
 Don't bring any food with you when you camp here; there are grizzlies.
grizzly bear nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (American mammal)αρκούδα Γκρίζλι περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
keep [sth] in mind,
bear [sth] in mind,
keep in mind that,
bear in mind that
v exprverbal expression: Phrase with special meaning functioning as verb--for example, "put their heads together," "come to an end."
(remember [sth])έχω στον νου μου έκφρέκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.
  δεν ξεχνάω περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
  θυμάμαι ρ αμρήμα αμετάβατο: Δεν συνδυάζεται με αντικείμενο, π.χ. κοιμάμαι, διψάω, πεινάωκλπ.
 Now, keep in mind that in May of 1929 the stock market hadn't crashed yet.
 Mην ξεχνάτε, λοιπόν, ότι τον Μάιο του 1929 δεν είχε συμβεί ακόμα το κραχ του χρηματιστηρίου.
keep [sb] in mind,
bear [sb] in mind
v exprverbal expression: Phrase with special meaning functioning as verb--for example, "put their heads together," "come to an end."
(consider [sb] for [sth])έχω στο νου μου κπ για κτ έκφρέκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.
 If you ever need a cleaner, keep me in mind.
kinkajou,
honey bear,
potto
nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc.
(rainforest mammal, American)κινκατζού ουσ ουδ άκλουσιαστικό ουδέτερο άκλιτο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους και δεν κλίνεται, π.χ. σάντουιτς, κομπιούτερ κλπ. Συχνά είναι ξενικής προέλευσης.
koala bear nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. incorrect but common (Australian marsupial)κοάλα ουσ ουδ άκλουσιαστικό ουδέτερο άκλιτο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους και δεν κλίνεται, π.χ. σάντουιτς, κομπιούτερ κλπ. Συχνά είναι ξενικής προέλευσης.
 Koala bears are native to Australia.
panda bear,
panda
nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc.
(black-and-white bearlike animal)πάντα ουσ ουδουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.
Σχόλιο: ξενικό, άκλιτο
 They say that panda bears will only eat bamboo.
 Λένε ότι τα πάντα τρώνε μόνο μπαμπού.
polar bear nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (arctic mammal)πολική αρκούδα ουσ θηλουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.
 The polar bear hunts for seals as its main food.
 Οι πολικές αρκούδες κυνηγάνε φώκιες ως κύρια πηγή τροφή.
she-bear nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (animal: female bear)θηλυκή αρκούδα επίθ + ουσ θηλ
teddy bear nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (soft toy bear) (παιχνίδι)λούτρινος αρκούδος ουσ αρσουσιαστικό αρσενικό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα αρσενικού γένους.
  αρκουδάκι ουσ ουδουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.
 Timmy never goes anywhere without his teddy bear.
 Ο Τίμι δεν πηγαίνει πουθενά χωρίς το αρκουδάκι του.
Ursa Major,
Great Bear,
Charles's Wain
nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc.
(constellation)Μεγάλη Άρκτος ουσ θηλουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.
 I identified Ursa Major on the star chart.
Ursa Minor,
Little Bear
nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc.
(constellation)Μικρή Άρκτος ουσ θηλουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση bear down on or upon στον τίτλο:

Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο 'bear down on or upon'.

Σε άλλες γλώσσες Ισπανικά | Γαλλικά | Ιταλικά | Πορτογαλικά | Ρουμανικά | Γερμανικά | Ολλανδικά | Σουηδικά | Ρωσικά | Πολωνικά | Τσέχικα | Τούρκικα | Κινέζικα | Ιαπωνικά | Κορεατικά | Αραβικά

Advertisements
Advertisements

Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης