beady

Listen:
UK:*UK and possibly other pronunciationsUK and possibly other pronunciations/ˈbiːdi/US:USA pronunciation: IPA and respellingUSA pronuncation: IPA/ˈbidi/ ,USA pronunciation: respelling(bēdē)

Inflections of 'beady' (adjadjective: Describes a noun or pronoun--for example, "a tall girl," "an interesting book," "a big house."):
beadier
adj comparative
beadiest
adj superlative

WordReference English-Greek Dictionary © 2020:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
beady adjadjective: Describes a noun or pronoun--for example, "a tall girl," "an interesting book," "a big house." (eyes: small and bead-like) (λόγιος)χάντρινος επίθεπίθετο: Περιγράφει το ουσιαστικό που συνοδεύει, π.χ.ψηλός άντρας, καλός καιρός κλπ, και αλλάζει ανάλογα με το γένος, π.χ.καλός, καλή, καλό
  σα χάντρα περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
 The crow stared at me with its beady eyes.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

WordReference English-Greek Dictionary © 2020:

Σύνθετοι τύποι:
ΑγγλικάΕλληνικά
beady-eyed adjadjective: Describes a noun or pronoun--for example, "a tall girl," "an interesting book," "a big house." disparaging (with small, cruel eyes)γουρλομάτης επίθεπίθετο: Περιγράφει το ουσιαστικό που συνοδεύει, π.χ.ψηλός άντρας, καλός καιρός κλπ, και αλλάζει ανάλογα με το γένος, π.χ.καλός, καλή, καλό
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση beady στον τίτλο:

Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο 'beady'.

Σε άλλες γλώσσες Ισπανικά | Γαλλικά | Ιταλικά | Πορτογαλικά | Ρουμανικά | Γερμανικά | Ολλανδικά | Σουηδικά | Ρωσικά | Πολωνικά | Τσέχικα | Τούρκικα | Κινέζικα | Ιαπωνικά | Κορεατικά | Αραβικά

Advertisements
Advertisements

Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης