bead

Listen:
UK:*UK and possibly other pronunciationsUK and possibly other pronunciations/ˈbiːd/US:USA pronunciation: IPA and respellingUSA pronuncation: IPA/bid/ ,USA pronunciation: respelling(bēd)

WordReference English-Greek Dictionary © 2020:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
bead,
often plural
nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc.
(jewellery piece)χάντρα ουσ θηλουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.
 The craft store sells jewelry supplies, such as clasps and glass beads.
 Το μαγαζί με τα αντικείμενα χειροτεχνίας πουλά είδη για να φτιάξεις κοσμήματα, όπως κουμπώματα και γυάλινες χάντρες.
bead [sth] vtrtransitive verb: Verb taking a direct object--for example, "Say something." "She found the cat." (attach beads) (σε κάτι)βάζω χάντρες περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
  (κάτι)στολίζω με χάντρες περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
 Leah beaded her purse in bright colors.
 Η Λία στόλισε την τσάντα της με χάντρες σε ζωντανά χρώματα.
bead viintransitive verb: Verb not taking a direct object--for example, "She jokes." "He has arrived." (liquid: form droplets)σχηματίζω σταγόνες περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
 Sweat beaded across the dancer's nose and brow.
 Ο ιδρώτας σχημάτισε σταγόνες πάνω στη μύτη και τα φρύδια του χορευτή.
bead of [sth] nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. figurative (droplet)σταγόνα ουσ θηλουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.
  (μικρότερο μέγεθος)σταγονίδιο ουσ ουδουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.
  (μεταφορικά, λόγιος)χάντρα ουσ θηλουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.
 Beads of dew decorated the grass on that summer morning.
 Σταγόνες δροσιάς στόλιζαν το γρασίδι εκείνο το καλοκαιρινό πρωινό.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.
Επιπλέον μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
bead nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (gunsight)στόχαστρο ουσ ουδουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.
 Line the target up with the bead before you pull the trigger.
bead nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (bubble)φούσκα ουσ θηλουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.
  (καθομιλουμένη)φουσκάλα ουσ θηλουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

WordReference English-Greek Dictionary © 2020:

Σύνθετοι τύποι:
ΑγγλικάΕλληνικά
corner bead nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (interior décor: angle trim) (κατασκευές, διακόσμηση)γωνιόκρανο ουσ ουδουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.
 Corner bead is used to join drywall sheets at the corners.
glass bead nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. often plural (bead for necklaces, other decorations)γυάλινη χάντρα επίθ + ουσ θηλ
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.
Ο όρος 'bead' βρέθηκε επίσης στις εγγραφές:
Στην αγγλική περιγραφή:
Συμφράσεις: a bead [necklace, bracelet], a bead of [glue, adhesive] (to), were beads of sweat on his [face, forehead], περισσότερα…

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση bead στον τίτλο:

Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο 'bead'.

Σε άλλες γλώσσες Ισπανικά | Γαλλικά | Ιταλικά | Πορτογαλικά | Ρουμανικά | Γερμανικά | Ολλανδικά | Σουηδικά | Ρωσικά | Πολωνικά | Τσέχικα | Τούρκικα | Κινέζικα | Ιαπωνικά | Κορεατικά | Αραβικά

Advertisements
Advertisements

Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης