Το WordReference δεν έχει τη δυνατότητα να μεταφράσει αυτή τη φράση, μπορείτε όμως να κάνετε κλικ σε κάθε λέξη για να δείτε τη σημασία της:

batter board


Η φράση που αναζητήσατε δεν βρέθηκε.
Η εγγραφή για τον όρο batter παρατίθεται στη συνέχεια.

Δείτε επίσης: board

WordReference English-Greek Dictionary © 2020:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
batter [sb/sth] vtrtransitive verb: Verb taking a direct object--for example, "Say something." "She found the cat." (hit repeatedly) (επίμονα, συνεχόμενα)χτυπάω, χτυπώ ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
  (καθομιλουμένη)κοπανάω, κοπανώ ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
  (μεταφορικά)σφυροκοπώ ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
 Hail battered the cars in the parking lot.
 Χαλάζι χτυπούσε τα αυτοκίνητα στο πάρκινγκ.
batter [sth] vtrtransitive verb: Verb taking a direct object--for example, "Say something." "She found the cat." (cover with batter)πανάρω ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
  βουτάω σε κουρκούτι περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
 We batter the shrimp before deep-frying them.
 Πανάρουμε τις γαρίδες πριν τις τηγανίσουμε.
batter nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (cooking mixture)κουρκούτι ουσ ουδουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.
 The chef prepared a sweet batter to make dumplings.
 Ο σεφ ετοίμασε ένα γλυκό κουρκούτι για να φτιάξει πιτάκια.
batter nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (cricket, baseball: hitter) (μπέζμπολ)ροπαλοφόρος ουσ αρσ/θηλουσιαστικό αρσενικό/θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα αρσενικού ή θηλυκού γένους, π.χ. ο/η μηχανικός, ο/η δικηγόρος κλπ.
  batter ουσ αρσ/θηλ άκλουσιαστικό αρσενικό/θηλυκό άκλιτο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα αρσενικού ή θηλυκού γένους και δεν κλίνεται, π.χ. ρόκερ, ντιτζέι κλπ. Συχνά είναι ξενικής προέλευσης.
 Tina is a good batter, but she's not very good at pitching.
 Η Τίνα είναι καλή ροπαλοφόρος, αλλά δεν είναι αρκετά καλή όταν ρίχνει.
batter [sb] vtrtransitive verb: Verb taking a direct object--for example, "Say something." "She found the cat." dated (wife: beat, hit)χτυπάω, δέρνω ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
  (καθομιλουμένη, παλαιό)ξυλοφορτώνω, ξυλοκοπώ ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
 The woman's husband had been battering her for years before she finally sought help.
 Ο σύζυγος της γυναίκας την έδερνε για χρόνια μέχρι που τελικά ζήτησε βοήθεια.
 
Επιπλέον μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
batter nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (slope of wall)κλίση ουσ θηλουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.
 To calculate the price of constructing the wall, we have to consider the materials, height, batter, depth, and other factors.
batter viintransitive verb: Verb not taking a direct object--for example, "She jokes." "He has arrived." (wall: slope)κλίνω ρ αμρήμα αμετάβατο: Δεν συνδυάζεται με αντικείμενο, π.χ. κοιμάμαι, διψάω, πεινάωκλπ.
  έχω κλίση ρ έκφρρηματική έκφραση: Συνδυασμός βοηθητικού ρήματος και ουσιαστικού, επιθέτου ή μετοχής, π.χ. γίνομαι γιατρός, είμαι ψηλός, είμαι κουρασμένος κλπ.
 The wall surrounding the garden batters outward.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

WordReference English-Greek Dictionary © 2020:

Phrasal verbs
ΑγγλικάΕλληνικά
batter [sth] down,
batter down [sth]
vtr phrasal sepphrasal verb, transitive, separable: Verb with adverb(s) or preposition(s), having special meaning, divisible--for example, "call off" [=cancel], "call the game off," "call off the game."
(hit until it collapses) (με απανωτά χτυπήματα)γκρεμίζω ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση batter board στον τίτλο:

Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο 'batter board'.

Σε άλλες γλώσσες Ισπανικά | Γαλλικά | Ιταλικά | Πορτογαλικά | Ρουμανικά | Γερμανικά | Ολλανδικά | Σουηδικά | Ρωσικά | Πολωνικά | Τσέχικα | Τούρκικα | Κινέζικα | Ιαπωνικά | Κορεατικά | Αραβικά

Advertisements
Advertisements

Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης