bathtub

Listen:
UK:*UK and possibly other pronunciationsUK and possibly other pronunciations/ˈbɑːθtʌb/US:USA pronunciation: IPA and respellingUSA pronuncation: IPA/ˈbæθˌtʌb/ ,USA pronunciation: respelling(bathtub′, bäth-)

Σε αυτή τη σελίδα: bathtub, bath, bath tub
Ο όρος 'bathtub' αποτελεί εναλλακτική του όρου 'bath', 'bath tub'. Θα τον βρείτε σε μία ή περισσότερες από τις παρακάτω γραμμές.'bathtub' is an alternate term for 'bath', 'bath tub'. It is in one or more of the lines below.

WordReference English-Greek Dictionary © 2020:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
bathtub nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. mainly US (tub for bathing in)μπανιέρα ουσ θηλουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.
 Their bathtub's almost big enough to lie down in.
 Η μπανιέρα τους είναι τόσο μεγάλη, που μπορείς σχεδόν να ξαπλώσεις μέσα σε αυτήν.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

WordReference English-Greek Dictionary © 2020:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
bath nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. UK (bathroom fixture: tub)μπανιέρα ουσ θηλουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.
 Before the guests arrive, please scrub the bath and mop the floor.
 Πριν έρθουν οι καλεσμένοι σε παρακαλώ τρίψε την μπανιέρα και σφουγγάρισε το πάτωμα.
bath nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (wash in a tub)μπάνιο ουσ ουδουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.
 Amy felt much better after a hot bath.
 Η Έιμι αισθάνθηκε πολύ καλύτερα μετά από ένα καυτό μπάνιο.
bath viintransitive verb: Verb not taking a direct object--for example, "She jokes." "He has arrived." UK (bathe: take a bath)κάνω μπάνιο περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
 Naomi prefers to bath, rather than shower, in the evening.
 Η Ναόμι προτιμά να κάνει μπάνιο, αντί για ντους, το βράδυ.
bath [sb/sth] vtrtransitive verb: Verb taking a direct object--for example, "Say something." "She found the cat." UK (wash in a tub)πλένω ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
  (ανεπίσημο)μπανιαρίζω ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
  (κάποιον)κάνω μπάνιο περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

WordReference English-Greek Dictionary © 2020:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
bath tub,
bathtub,
tub
nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc.
(tub used for bathing)μπανιέρα ουσ θηλουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.
 Can you fill up the bath tub for me?
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.
Ο όρος 'bathtub' βρέθηκε επίσης στις εγγραφές:
Στην αγγλική περιγραφή:
Συμφράσεις: is [soaking, relaxing] in the bathtub, hate [cleaning, scrubbing] the bathtub, is still in the bathtub, περισσότερα…

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση bathtub στον τίτλο:

Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο 'bathtub'.

Σε άλλες γλώσσες Ισπανικά | Γαλλικά | Ιταλικά | Πορτογαλικά | Ρουμανικά | Γερμανικά | Ολλανδικά | Σουηδικά | Ρωσικά | Πολωνικά | Τσέχικα | Τούρκικα | Κινέζικα | Ιαπωνικά | Κορεατικά | Αραβικά

Advertisements
Advertisements

Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης