barf

Listen:
UK:*UK and possibly other pronunciationsUK and possibly other pronunciations/ˈbɑːrf/US:USA pronunciation: respellingUSA pronunciation: respelling(bärf )


WordReference English-Greek Dictionary © 2020:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
barf viintransitive verb: Verb not taking a direct object--for example, "She jokes." "He has arrived." US, slang (vomit, be sick) (αργκό)ξερνάω, ξερνοβολάω ρ αμρήμα αμετάβατο: Δεν συνδυάζεται με αντικείμενο, π.χ. κοιμάμαι, διψάω, πεινάωκλπ.
 Who barfed on the back seat?
 Ποιος ξέρασε στο πίσω κάθισμα;
barf nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. US, slang (vomit) (αργκό)ξερατιό, ξέρασμα ουσ ουδουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.
  εμετός ουσ αρσουσιαστικό αρσενικό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα αρσενικού γένους.
 There's a pool of barf just outside the door.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση barf στον τίτλο:

Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο 'barf'.

Σε άλλες γλώσσες Ισπανικά | Γαλλικά | Ιταλικά | Πορτογαλικά | Ρουμανικά | Γερμανικά | Ολλανδικά | Σουηδικά | Ρωσικά | Πολωνικά | Τσέχικα | Τούρκικα | Κινέζικα | Ιαπωνικά | Κορεατικά | Αραβικά

Advertisements
Advertisements

Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης