ballot

Listen:
UK:*UK and possibly other pronunciationsUK and possibly other pronunciations/ˈbælət/US:USA pronunciation: IPA and respellingUSA pronuncation: IPA/ˈbælət/ ,USA pronunciation: respelling(balət)

Inflections of 'ballot' (v): (⇒ conjugate)
ballots
v 3rd person singular
balloting
v pres pverb, present participle: -ing verb used descriptively or to form progressive verb--for example, "a singing bird," "It is singing."
balloted
v pastverb, past simple: Past tense--for example, "He saw the man." "She laughed."
balloted
v past pverb, past participle: Verb form used descriptively or to form verbs--for example, "the locked door," "The door has been locked."

WordReference English-Greek Dictionary © 2020:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
ballot nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (voting, vote)ψηφοφορία ουσ θηλουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.
 The officers of the club are elected by ballot.
 Οι αξιωματούχοι του ομίλου εκλέγονται με ψηφοφορία.
ballot viintransitive verb: Verb not taking a direct object--for example, "She jokes." "He has arrived." (vote)ψηφίζω ρ αμρήμα αμετάβατο: Δεν συνδυάζεται με αντικείμενο, π.χ. κοιμάμαι, διψάω, πεινάωκλπ.
 Club members balloted to elect a new president.
 Τα μέλη της λέσχης ψήφισαν για να εκλέξουν νέο πρόεδρο.
ballot [sb] vtrtransitive verb: Verb taking a direct object--for example, "Say something." "She found the cat." (poll)καλώ κπ να ψηφίσει, καλώ κπ σε ψηφοφορία περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
 The union balloted its members on whether to take strike action.
 Η ένωση κάλεσε τα μέλη της σε ψηφοφορία για να αποφασίσουν αν θα κάνουν απεργία.
ballot [sb/sth] vtrtransitive verb: Verb taking a direct object--for example, "Say something." "She found the cat." (select by vote)ψηφίζω, εκλέγω, επιλέγω ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
 The homeowners' association will ballot a new secretary soon since the previous one moved away.
 Η ένωση ιδιοκτητών ακινήτων θα εκλέξει νέο γραμματέα σύντομα καθώς ο προηγούμενος μετακόμισε.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.
Επιπλέον μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
ballot nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (physical voting paper)ψηφοδέλτιο ουσ ουδουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.
  ψήφος ουσ θηλουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.
 Ballots will be collected and counted carefully by volunteer workers.
ballot nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (lottery selection process)κλήρωση ουσ θηλουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.
  κλήρος ουσ αρσουσιαστικό αρσενικό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα αρσενικού γένους.
 Too many people applied, so winners will be selected by ballot.
ballot nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (candidate list)λίστα υποψηφίων φρ ως ουσ θηλφράση ως ουσιαστικό θηλυκό: Σύνολο λέξεων που αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους, π.χ. καθηγήτρια φυσικής αγωγής, διευθύντρια γυμνασίου κλπ.
  κατάλογος υποψηφίων φρ ως ουσ αρσφράση ως ουσιαστικό αρσενικό: Σύνολο λέξεων που αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα αρσενικού γένους, π.χ. φακός επαφής, καθηγητής φυσικής αγωγήςκλπ.
 This year's ballot has five candidates to choose from.
ballot nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. NZ (allocation of farm land)διανομή αγροτεμαχίων με κλήρωση ανάμεσα στους δικαιούχους β' συνθετικό: Βρίσκεται στην τέλος μια λέξης και σε οριμένες περιπτώσης φανερώνει το νόημα αυτής, π.χ. υψηλόβαθμος, χαμηλόβαθμοςκλπ.
Σχόλιο: Δεν υπάρχει αντίστοιχος όρος.
ballot nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. NZ (housing loan)διανομή χαμηλότοκων δανείων με κλήρωση ανάμεσα στους δικαιούχους β' συνθετικό: Βρίσκεται στην τέλος μια λέξης και σε οριμένες περιπτώσης φανερώνει το νόημα αυτής, π.χ. υψηλόβαθμος, χαμηλόβαθμοςκλπ.
Σχόλιο: Δεν υπάρχει αντίστοιχος όρος.
ballot n as adjnoun as adjective: Describes another noun--for example, "boat race," "dogfood." (used for votes)της ψηφοφορίας περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
Σχόλιο: Η απόδοση του όρου «ballot box» είναι κάλπη.
 Voting slips are inserted into the ballot box.
ballot viintransitive verb: Verb not taking a direct object--for example, "She jokes." "He has arrived." (draw lots)κάνω κλήρωση ρ αμ + ουσ θηλ
  τραβάω κλήρο ρ αμ + ουσ αρσ
 The club will ballot to decide who hosts the next event.
ballot for [sb/sth] vi + prep (make selection by vote, at random)κληρώνω ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
  βγάζω με κλήρωση, επιλέγω με κλήρωση, επιλέγω με κλήρο περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
 The club will ballot for new officers at the next meeting.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

WordReference English-Greek Dictionary © 2020:

Σύνθετοι τύποι:
ΑγγλικάΕλληνικά
absentee ballot nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (vote cast while absent)μη διαθέσιμη μετάφραση β' συνθετικό: Βρίσκεται στην τέλος μια λέξης και σε οριμένες περιπτώσης φανερώνει το νόημα αυτής, π.χ. υψηλόβαθμος, χαμηλόβαθμοςκλπ.
 Bob voted by absentee ballot.
ballot box nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (box for votes)κάλπη ουσ θηλουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.
 Media representatives were on hand to photograph the president as he dropped his ballot in the ballot box.
ballot box nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. figurative (results of a vote) (μεταφορικά)κάλπη ουσ θηλουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.
 We'll see how popular the new law is at the ballot box.
ballot paper nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (form used for voting)ψηφοδέλτιο ουσ ουδουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.
 If you spoil your ballot paper, your vote will not be counted.
cast a ballot,
cast your ballot
v exprverbal expression: Phrase with special meaning functioning as verb--for example, "put their heads together," "come to an end."
(vote)ψηφίζω ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
 The issue has been discussed, so please cast your ballots in silence.
hold a ballot v exprverbal expression: Phrase with special meaning functioning as verb--for example, "put their heads together," "come to an end." (conduct a vote)διεξάγω ψηφοφορία ρ μ + ουσ θηλ
secret ballot nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (anonymous voting)μυστική ψηφοφορία επίθ + ουσ θηλ
straw ballot nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (unofficial poll, vote)άτυπη ψηφοφορία, εικονική ψηφοφορία επίθ + ουσ θηλ
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.
Ο όρος 'ballot' βρέθηκε επίσης στις εγγραφές:
Στην αγγλική περιγραφή:
Συμφράσεις: [placed, slipped] [it] in the ballot box, [received, deposited, marked] her ballot [slip, paper], Go cast your ballot., περισσότερα…

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση ballot στον τίτλο:

Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο 'ballot'.

Σε άλλες γλώσσες Ισπανικά | Γαλλικά | Ιταλικά | Πορτογαλικά | Ρουμανικά | Γερμανικά | Ολλανδικά | Σουηδικά | Ρωσικά | Πολωνικά | Τσέχικα | Τούρκικα | Κινέζικα | Ιαπωνικά | Κορεατικά | Αραβικά

Advertisements
Advertisements

Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης