Σε αυτή τη σελίδα: ballgown, gown
Ο όρος 'ballgown' αποτελεί εναλλακτική του όρου 'gown'. Θα τον βρείτε σε μία ή περισσότερες από τις παρακάτω γραμμές.'ballgown' is an alternate term for 'gown'. It is in one or more of the lines below.

WordReference English-Greek Dictionary © 2020:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
ballgown nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (woman's formal party dress) (επίσημο φόρεμα)τουαλέτα ουσ θηλουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.
  βραδινό φόρεμα φρ ως ουσ θηλφράση ως ουσιαστικό θηλυκό: Σύνολο λέξεων που αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους, π.χ. καθηγήτρια φυσικής αγωγής, διευθύντρια γυμνασίου κλπ.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

WordReference English-Greek Dictionary © 2020:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
gown nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. UK (dressing gown, housecoat)ρόμπα ουσ θηλουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.
  (από πετσέτα)μπουρνούζι ουσ ουδουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.
 Rick got out of bed, put on his gown and went downstairs for breakfast.
 Ο Ρικ σηκώθηκε από το κρεββάτι, έβαλε τη ρόμπα του και κατέβηκε κάτω για πρωινό.
gown nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (formal garment for ceremony)τήβεννος ουσ θηλουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.
 Jessica showed up for graduation in her cap and gown, ready to go.
 Η Τζέσικα εμφανίστηκε πανέτοιμη για την αποφοίτηση με το καπέλο και την τήβεννό της.
gown nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (formal dress for a dance) (βραδινό φόρεμα)τουαλέτα ουσ θηλουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.
  (πιο απλά)φόρεμα ουσ ουδουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.
 Kelsey wore a beautiful gown to the ball.
 Η Κέσλεϋ φόρεσε μια όμορφη τουαλέτα στον χορό.
gown nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (wedding dress)νυφικό επίθ ως ουσ ουδ
 Jane's wedding gown was breathtaking.
 Το νυφικό τη Τζέιν ήταν απίστευτο.
gown nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (hospital: garment worn by patient) (ασθενή)ρόμπα ουσ θηλουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.
 The doctor asked the patient to undress and put on a gown before surgery.
 Ο γιατρός ζήτησε από τον ασθενή να ξεντυθεί και να βάλει μια ρόμπα πριν το χειρουργείο.
gown nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (hospital: garment worn by surgical staff)ιατρική μπλούζα επίθ + ουσ θηλ
  ποδιά ουσ θηλουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.
  μπλούζα ουσ θηλουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.
 The surgeon wore a gown, mask and gloves.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση ballgown στον τίτλο:

Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο 'ballgown'.

Σε άλλες γλώσσες Ισπανικά | Γαλλικά | Ιταλικά | Πορτογαλικά | Ρουμανικά | Γερμανικά | Ολλανδικά | Σουηδικά | Ρωσικά | Πολωνικά | Τσέχικα | Τούρκικα | Κινέζικα | Ιαπωνικά | Κορεατικά | Αραβικά

Advertisements
Advertisements

Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης