award

Listen:
UK:*UK and possibly other pronunciationsUK and possibly other pronunciations/əˈwɔːrd/US:USA pronunciation: IPA and respellingUSA pronuncation: IPA/əˈwɔrd/ ,USA pronunciation: respelling(ə wôrd)

WordReference English-Greek Dictionary © 2020:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
award nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (prize)βραβείο ουσ ουδουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.
  έπαθλο ουσ ουδουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.
 She won an award in the history competition.
 Κέρδισε βραβείο στον διαγωνισμό Ιστορίας.
award nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (decision) (νομικά)απόφαση ουσ θηλουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.
 The award went in favour of the challenger.
 Η απόφαση βγήκε υπέρ του αντιπάλου.
award nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (payment allocated by judge)αποζημίωση ουσ θηλουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.
  (επίσημο)χρηματική ικανοποίηση φρ ως ουσ θηλφράση ως ουσιαστικό θηλυκό: Σύνολο λέξεων που αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους, π.χ. καθηγήτρια φυσικής αγωγής, διευθύντρια γυμνασίου κλπ.
 The judge's award of three thousand dollars was welcomed by the plaintiff.
 Η αποζημίωση ύψους τριών χιλιάδων δολαρίων την οποία όρισε ο δικαστής, ήταν ευπρόσδεκτη από τον ενάγοντα.
award [sb] [sth] vtrtransitive verb: Verb taking a direct object--for example, "Say something." "She found the cat." (give [sb] a prize)απονέμω κτ σε κπ ρ μ + πρόθ
  βραβεύω κπ με κτ ρ μ + πρόθ
 He was awarded the Nobel Prize for peace.
 Βραβεύτηκε με το βραβείο Νόμπελ Ειρήνης.
award [sth] to [sb] vtr + prep (give a prize to [sb])απονέμω κτ σε κπ ρ μ + πρόθ
  βραβεύω κπ με κτ ρ μ + πρόθ
 They awarded the Oscar for Best Picture to "12 Years a Slave".
 Απένειμαν το Όσκαρ καλύτερης φωτογραφίας στην ταινία «12 χρόνια σκλάβος».
award [sb] [sth] vtrtransitive verb: Verb taking a direct object--for example, "Say something." "She found the cat." (grant, give [sb] [sth])αναθέτω κτ σε κπ ρ μ + πρόθ
 She was awarded the Advanced Literature class because of her teaching skills.
 Της ανέθεσαν να διδάξει το μάθημα της Λογοτεχνίας για Προχωρημένους λόγω των διδακτικών δεξιοτήτων της.
award [sth] to [sb] vtr + prep (grant, give [sth] to [sb])αναθέτω κτ σε κπ ρ μ + πρόθ
 The government awarded the contract to the small company.
 Η κυβέρνηση ανέθεσε τη σύμβαση στη μικρή εταιρία.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

WordReference English-Greek Dictionary © 2020:

Σύνθετοι τύποι:
ΑγγλικάΕλληνικά
Academy Award nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (Oscar: film prize)βραβείο Όσκαρ φρ ως ουσ ουδφράση ως ουσιαστικό ουδέτερο: Σύνολο λέξεων που αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους, π.χ. ανώτατο εκπαιδευτικό ίδρυμα, απολυτήριο λυκείου κλπ.
  Όσκαρ ουσ ουδ άκλουσιαστικό ουδέτερο άκλιτο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους και δεν κλίνεται, π.χ. σάντουιτς, κομπιούτερ κλπ. Συχνά είναι ξενικής προέλευσης.
 Leonardo DiCaprio is best known for his role in the Academy Award-winning movie Titanic.
 Ο Λεονάρντο ντι Κάπριο είναι πιο γνωστός για τον ρόλο του στην ταινία Τιτανικός που κέρδισε πολλά βραβεία Όσκαρ.
award winner nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (recipient of an award)νικητής βραβείου ουσ αρσουσιαστικό αρσενικό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα αρσενικού γένους.
 The audience cheered as the award winner received her trophy.
award-winning adjadjective: Describes a noun or pronoun--for example, "a tall girl," "an interesting book," "a big house." (who or which has won awards)βραβευμένος επίθεπίθετο: Περιγράφει το ουσιαστικό που συνοδεύει, π.χ.ψηλός άντρας, καλός καιρός κλπ, και αλλάζει ανάλογα με το γένος, π.χ.καλός, καλή, καλό
 He has written many award-winning novels.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.
Ο όρος 'award' βρέθηκε επίσης στις εγγραφές:
Στην αγγλική περιγραφή:
Συμφράσεις: award [a medal, first prize] to, a [service, participation, public, lifetime] award, during the award [ceremony, banquet, nominations], περισσότερα…

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση award στον τίτλο:

Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο 'award'.

Σε άλλες γλώσσες Ισπανικά | Γαλλικά | Ιταλικά | Πορτογαλικά | Ρουμανικά | Γερμανικά | Ολλανδικά | Σουηδικά | Ρωσικά | Πολωνικά | Τσέχικα | Τούρκικα | Κινέζικα | Ιαπωνικά | Κορεατικά | Αραβικά

Advertisements
Advertisements

Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης