attitude

Listen:

UK:*UK and possibly other pronunciationsUK and possibly other pronunciations/ˈætɪtjuːd/

US:USA pronuncation: IPAUSA pronuncation: IPA/ˈætɪˌtud, -ˌtjud/

US:USA pronunciation: respellingUSA pronunciation: respelling(ati to̅o̅d′, -tyo̅o̅d′)


WordReference English-Greek Dictionary © 2020:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
attitude nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (mental state, disposition)στάση ουσ θηλουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.
  προσέγγιση ουσ θηλουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.
  διάθεση ουσ θηλουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.
 She has a positive attitude towards work.
 Έχει θετική στάση απέναντι στη δουλειά.
 
Επιπλέον μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
attitude nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. informal (bad attitude)συμπεριφορά ουσ θηλουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.
  τρόπος ουσ ουδουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.
  στάση ουσ θηλουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.
  (καθομιλουμένη)φέρσιμο ουσ ουδουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.
 His attitude is always getting him in trouble.
attitude nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (posture)στάση ουσ θηλουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.
 His stiff attitude shows his disdain for others.
attitude nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (aircraft: orientation)στάση ουσ θηλουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.
 The steep attitude of the aircraft caused the engine to stall.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

WordReference English-Greek Dictionary © 2020:

Σύνθετοι τύποι:
ΑγγλικάΕλληνικά
bad attitude nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (negative manner)κακή συμπεριφορά επίθ + ουσ θηλ
can-do attitude nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (positive attitude)αποφασιστικότητα ουσ θηλουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.
  θετική διάθεση επίθ + ουσ θηλ
  αυτοπεποίθηση, αισιοδοξία ουσ θηλουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.
couldn't-give-a-damn attitude nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. slang, potentially offensive (apathy, lack of concern)ωχαδερφισμός, ζαμανφουτισμός ουσ αρσουσιαστικό αρσενικό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα αρσενικού γένους.
 There's no way I'd hire him with his couldn't-give-a-damn attitude.
 Δεν υπάρχει περίπτωση να τον προσλάβω με τέτοιο ζαμανφουτισμό που επιδεικνύει.
devil-may-care attitude nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. informal (recklessness)επιπόλαιη στάση, απερίσκεπτη στάση επίθ + ουσ θηλ
  επιπολαιότητα, απερισκεψία ουσ θηλουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.
laid-back attitude nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. informal (relaxed approach)χαλαρός τρόπος επίθ + ουσ αρσ
  χαλαρή διάθεση, χαλαρή στάση επίθ + ουσ θηλ
 Rita's laid-back attitude sometimes infuriated her boss.
negative attitude nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (pessimism or nay-saying)αρνητική στάση,αντιμετώπιση επίθ + ουσ θηλ
 He went into the exam with a negative attitude and, unsurprisingly, did not do well. She had a negative attitude so it was really not enjoyable to work with her.
 Πήγε στο διαγώνισμα με αρνητική στάση και, όπως ήταν αναμενόμενο, δεν τα πήγε καλά. Είχε αρνητική στάση και έτσι δεν ήταν καθόλου ευχάριστο να δουλεύεις μαζί της.
relaxed attitude nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (nonchalance, easygoing nature)χαλαρή αντιμετώπιση, αταραξία, απάθεια, αδιαφορία ουσ θηλουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.
 A lot of people like Carrie for her relaxed attitude and friendly smile. A lot of people like Carrie for her relaxed attitude and friendly smile.
 Πολλοί συμπαθούν την Κάρι για την αταραξία της και το φιλικό της χαμόγελο.
relaxed attitude nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (laxness, leniency)χαλαρή αντιμετώπιση, αταραξία, απάθεια, αδιαφορία ουσ θηλουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.
 His relaxed attitude concerning details gets him into a lot of trouble at work. My parents took a very relaxed attitude to discipline.
 Η αδιαφορία του για τις λεπτομέρειες τον βάζει σε προβλήματα στη δουλειά.
take the attitude,
take the attitude that
v exprverbal expression: Phrase with special meaning functioning as verb--for example, "put their heads together," "come to an end."
(adopt the stance or belief) (μεταφορικά)υιοθετώ τη στάση έκφρέκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.
 She took the attitude that no news is good news.
with attitude adjadjective: Describes a noun or pronoun--for example, "a tall girl," "an interesting book," "a big house." informal (forceful or uncompromising)δυναμικός επίθεπίθετο: Περιγράφει το ουσιαστικό που συνοδεύει, π.χ.ψηλός άντρας, καλός καιρός κλπ, και αλλάζει ανάλογα με το γένος, π.χ.καλός, καλή, καλό
  ασυμβίβαστος επίθεπίθετο: Περιγράφει το ουσιαστικό που συνοδεύει, π.χ.ψηλός άντρας, καλός καιρός κλπ, και αλλάζει ανάλογα με το γένος, π.χ.καλός, καλή, καλό
  (καθομιλουμένη)με τσαμπουκά έκφρέκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.
Ο όρος 'attitude' βρέθηκε επίσης στις εγγραφές:
Στην αγγλική περιγραφή:
Συμφράσεις: has (such) a [poor, friendly, relaxed, pleasant, annoying] attitude, you have an attitude [problem, issue], a [negative, bad, positive] attitude towards [women, politicians, the plan], περισσότερα…

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση attitude στον τίτλο:

Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο 'attitude'.

Σε άλλες γλώσσες Ισπανικά | Γαλλικά | Ιταλικά | Πορτογαλικά | Ρουμανικά | Γερμανικά | Ολλανδικά | Σουηδικά | Ρωσικά | Πολωνικά | Τσέχικα | Τούρκικα | Κινέζικα | Ιαπωνικά | Κορεατικά | Αραβικά

Advertisements
Advertisements

Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης