attain

Listen:
UK:*UK and possibly other pronunciationsUK and possibly other pronunciations/əˈteɪn/US:USA pronunciation: IPA and respellingUSA pronuncation: IPA/əˈteɪn/ ,USA pronunciation: respelling(ə tān)

WordReference English-Greek Dictionary © 2020:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
attain [sth] vtrtransitive verb: Verb taking a direct object--for example, "Say something." "She found the cat." (achieve, accomplish)επιτυγχάνω, πετυχαίνω ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
  κατορθώνω ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
  (καθομιλουμένη: το στόχο)πιάνω ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
 We are so close to attaining our goal of raising two million dollars.
 Είμαστε τόσο κοντά να πετύχουμε το στόχο μας και να μαζέψουμε δύο εκατομμύρια δολάρια.
attain [sth] vtrtransitive verb: Verb taking a direct object--for example, "Say something." "She found the cat." formal (reach)φτάνω, φθάνω ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
 Marlene's grandmother attained the age of ninety-nine before she passed away.
 Η γιαγιά της Μαρλέν έφτασε τα ενενήντα εννιά πριν πεθάνει.
 
Επιπλέον μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
attain viintransitive verb: Verb not taking a direct object--for example, "She jokes." "He has arrived." (achieve) (μεταφορικά)κατακτώ ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.
Ο όρος 'attain' βρέθηκε επίσης στις εγγραφές:
Στην αγγλική περιγραφή:
Συμφράσεις: attain your [goals, objectives, dreams], attain [success, proficiency, enlightenment], attain the highest level of [achievement, excellence, recognition], περισσότερα…

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση attain στον τίτλο:

Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο 'attain'.

Σε άλλες γλώσσες Ισπανικά | Γαλλικά | Ιταλικά | Πορτογαλικά | Ρουμανικά | Γερμανικά | Ολλανδικά | Σουηδικά | Ρωσικά | Πολωνικά | Τσέχικα | Τούρκικα | Κινέζικα | Ιαπωνικά | Κορεατικά | Αραβικά

Advertisements
Advertisements

Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης