asterisk

Listen:
UK:*UK and possibly other pronunciationsUK and possibly other pronunciations/ˈæstərɪsk/US:USA pronunciation: IPA and respellingUSA pronuncation: IPA/ˈæstərɪsk/ ,USA pronunciation: respelling(astə risk)

WordReference English-Greek Dictionary © 2020:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
asterisk nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (character, symbol: star)αστερίσκος ουσ αρσουσιαστικό αρσενικό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα αρσενικού γένους.
 Footnotes are marked with an asterisk.
asterisk [sth] vtrtransitive verb: Verb taking a direct object--for example, "Say something." "She found the cat." (mark with an asterisk)σημειώνω κτ με αστερίσκο, βάζω αστερίσκο σε κτ περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.
Ο όρος 'asterisk' βρέθηκε επίσης στις εγγραφές:
Στην αγγλική περιγραφή:

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση asterisk στον τίτλο:

Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο 'asterisk'.

Σε άλλες γλώσσες Ισπανικά | Γαλλικά | Ιταλικά | Πορτογαλικά | Ρουμανικά | Γερμανικά | Ολλανδικά | Σουηδικά | Ρωσικά | Πολωνικά | Τσέχικα | Τούρκικα | Κινέζικα | Ιαπωνικά | Κορεατικά | Αραβικά

Advertisements
Advertisements

Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης