artificiality

UK:*UK and possibly other pronunciationsUK and possibly other pronunciations/ˌɑːrtɪˈfɪʃiælɪti/US:USA pronunciation: respellingUSA pronunciation: respelling(är′tə fish′ē ali tē)

Inflections of 'artificiality' (nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc.): nplplural noun: Noun always used in plural form--for example, "jeans," "scissors.": artificialities

WordReference English-Greek Dictionary © 2020:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
artificiality nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (falseness, lack of authenticity)το να είναι ψεύτικος περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
  (συμπεριφορά)αφύσικος τρόπος επίθ + ουσ αρσ
  έλλειψη φυσικότητας φρ ως ουσ θηλφράση ως ουσιαστικό θηλυκό: Σύνολο λέξεων που αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους, π.χ. καθηγήτρια φυσικής αγωγής, διευθύντρια γυμνασίου κλπ.
Σχόλιο: Δεν υπάρχει ακριβής αντιστοιχία και η απόδοση γίνεται κατά περίπτωση.
 The manager could sense the artificiality of the worker's apology.
artificiality nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (quality of being fake)πλαστότητα ουσ θηλουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.
 The artificiality of the silk roses was obvious.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση artificiality στον τίτλο:

Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο 'artificiality'.

Σε άλλες γλώσσες Ισπανικά | Γαλλικά | Ιταλικά | Πορτογαλικά | Ρουμανικά | Γερμανικά | Ολλανδικά | Σουηδικά | Ρωσικά | Πολωνικά | Τσέχικα | Τούρκικα | Κινέζικα | Ιαπωνικά | Κορεατικά | Αραβικά

Advertisements
Advertisements

Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης