articulate

Listen:

UK:*UK and possibly other pronunciationsadjective: /ɑːrˈtɪkjʊlət/, verb: /ɑːrˈtɪkjuleɪt/

US:USA pronuncation: IPAUSA pronuncation: IPA/adj. ɑrˈtɪkyəlɪt; v. -ˌleɪt/

US:USA pronunciation: respellingUSA pronunciation: respelling(adj., n. är tikyə lit; v. är tikyə lāt′)


Inflections of 'articulate' (v): (⇒ conjugate)
articulates
v 3rd person singular
articulating
v pres pverb, present participle: -ing verb used descriptively or to form progressive verb--for example, "a singing bird," "It is singing."
articulated
v pastverb, past simple: Past tense--for example, "He saw the man." "She laughed."
articulated
v past pverb, past participle: Verb form used descriptively or to form verbs--for example, "the locked door," "The door has been locked."

WordReference English-Greek Dictionary © 2020:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
articulate adjadjective: Describes a noun or pronoun--for example, "a tall girl," "an interesting book," "a big house." (person: speaks well)ευφραδής, εύγλωττος επίθεπίθετο: Περιγράφει το ουσιαστικό που συνοδεύει, π.χ.ψηλός άντρας, καλός καιρός κλπ, και αλλάζει ανάλογα με το γένος, π.χ.καλός, καλή, καλό
  που έχει ευχέρεια λόγου περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
 The elementary school student was surprisingly articulate.
 Ο μαθητής του δημοτικού ήταν εκπληκτικά εύγλωττος.
articulate adjadjective: Describes a noun or pronoun--for example, "a tall girl," "an interesting book," "a big house." (spoken clearly)εύγλωττος επίθεπίθετο: Περιγράφει το ουσιαστικό που συνοδεύει, π.χ.ψηλός άντρας, καλός καιρός κλπ, και αλλάζει ανάλογα με το γένος, π.χ.καλός, καλή, καλό
  αρθρωμένος μτχ πρκμετοχή παρακειμένου: Χρησιμοποιείται ως επίθετο ή ουσιαστικό και έχει τρία γένη, π.χ. χαμένος, χαμένη, χαμένο κλπ.
  (καλή άρθρωση)κατανοητός επίθεπίθετο: Περιγράφει το ουσιαστικό που συνοδεύει, π.χ.ψηλός άντρας, καλός καιρός κλπ, και αλλάζει ανάλογα με το γένος, π.χ.καλός, καλή, καλό
 The politician's articulate speeches drew many supporters.
 Οι εύγλωττες ομιλίες του πολιτικού προσέλκυσαν πολλούς υποστηρικτές.
articulate adjadjective: Describes a noun or pronoun--for example, "a tall girl," "an interesting book," "a big house." (expressed well)σαφής, ξεκάθαρος επίρεπίρρημα: Περιγράφει το ρήμα που συνοδεύει, π.χ. τρέχω γρήγορα, μιλάω ακατάπαυστακλπ.
 The report is written in an articulate way.
 Η αναφορά είναι γραμμένη με έναν ξεκάθαρο τρόπο.
articulate [sth] vtrtransitive verb: Verb taking a direct object--for example, "Say something." "She found the cat." (express something well)εκφράζω ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
  αρθρώνω ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
  διατυπώνω ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
 Katherine found it difficult to articulate her feelings when she was tired.
 Για την Κάθριν ήταν δύσκολο να εκφράσει τα συναισθήματά της όταν ήταν κουρασμένη.
articulate viintransitive verb: Verb not taking a direct object--for example, "She jokes." "He has arrived." (express yourself well)εκφράζομαι ρ αμρήμα αμετάβατο: Δεν συνδυάζεται με αντικείμενο, π.χ. κοιμάμαι, διψάω, πεινάωκλπ.
  αρθρώνω σωστά το λόγο ρ μ + επίρ
 Thanks to his practice beforehand, when it was his turn to present his report, Joseph was able to articulate well.
 Χάρη στην προηγούμενη πρακτική του, όταν ήταν η σειρά του να παρουσιάσει την έκθεσή του, ο Τζόζεφ μπόρεσε να αρθρώσει σωστά τον λόγο του.
 
Επιπλέον μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
articulate [sth] vtrtransitive verb: Verb taking a direct object--for example, "Say something." "She found the cat." (make [sth] stand out)τονίζω ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
 Craig articulated the main point of his speech well.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.
Ο όρος 'articulate' βρέθηκε επίσης στις εγγραφές:
Στην αγγλική περιγραφή:
Συμφράσεις: articulate his [feelings, desires, fears, thoughts, words], it is difficult to articulate (clearly), unable to articulate (clearly), περισσότερα…

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση articulate στον τίτλο:

Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο 'articulate'.

Σε άλλες γλώσσες Ισπανικά | Γαλλικά | Ιταλικά | Πορτογαλικά | Ρουμανικά | Γερμανικά | Ολλανδικά | Σουηδικά | Ρωσικά | Πολωνικά | Τσέχικα | Τούρκικα | Κινέζικα | Ιαπωνικά | Κορεατικά | Αραβικά

Advertisements
Advertisements

Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης