article

Listen:
UK:*UK and possibly other pronunciationsUK and possibly other pronunciations/ˈɑːrtɪkəl/US:USA pronunciation: IPA and respellingUSA pronuncation: IPA/ˈɑrtɪkəl/ ,USA pronunciation: respelling(ärti kəl)


Inflections of 'article' (v): (⇒ conjugate)
articles
v 3rd person singular
articling
v pres pverb, present participle: -ing verb used descriptively or to form progressive verb--for example, "a singing bird," "It is singing."
articled
v pastverb, past simple: Past tense--for example, "He saw the man." "She laughed."
articled
v past pverb, past participle: Verb form used descriptively or to form verbs--for example, "the locked door," "The door has been locked."

WordReference English-Greek Dictionary © 2020:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
article nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (text) (εφημερίδα, περιοδικό)άρθρο ουσ ουδουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.
 The article in the newspaper was fair and well balanced.
 Το άρθρο της εφημερίδας ήταν δίκαιο και αντικειμενικό.
article nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (object)αντικείμενο, πράγμα ουσ ουδουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.
 Various articles were lying around the messy room.
 Διάφορα πράγματα ήταν αφημένα εδώ και εκεί στο ακατάστατο δωμάτιο.
article nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (grammar: a, an, the) (γραμματική)άρθρο ουσ ουδουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.
 The words "the" and "a" are articles.
 Οι λέξεις "το" και "ένα" είναι άρθρα.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

WordReference English-Greek Dictionary © 2020:

Σύνθετοι τύποι:
ΑγγλικάΕλληνικά
articles of association nplplural noun: Noun always used in plural form--for example, "jeans," "scissors." (business: shareholder regulations)καταστατικό ουσ ουδουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.
 The voting rights of shareholders are explained in the articles of association.
article of clothing nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (garment)ένδυμα ουσ ουδουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.
  (καθομιλουμένη)ρούχο ουσ ουδουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.
 Two articles of clothing were found at the scene of the crime.
article of faith nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (religion: statement of belief)άρθρο της πίστης ουσ ουδουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.
 The Nicene Creed states the articles of faith of most Christian believers.
article of faith nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (tenet, belief)άρθρο της πίστης ουσ ουδουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.
article of incorporation nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (legal document) (νομική: εταιρεία)καταστατικό ουσ ουδουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.
 The first step to forming a corporation is to file articles of incorporation with the state.
article of law nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (legal clause) (νομική)άρθρο του νόμου περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
definite article nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (grammar: the)οριστικό άρθρο επίθ + ουσ ουδ
indefinite article nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (grammar: a, an)αόριστο άρθρο επίθ + ουσ ουδ
main article nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (in a newspaper, etc.)κεντρικό άρθρο, κύριο άρθρο επίθ + ουσ ουδ
 The main article in today's newspaper is about the election.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.
Ο όρος 'article' βρέθηκε επίσης στις εγγραφές:
Στην αγγλική περιγραφή:
Συμφράσεις: [a brief, a related, an informative] article, a [journal, news, newspaper, feature, cover, front-page] article, a well- [written, structured, researched] article, περισσότερα…

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση article στον τίτλο:

Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο 'article'.

Σε άλλες γλώσσες Ισπανικά | Γαλλικά | Ιταλικά | Πορτογαλικά | Ρουμανικά | Γερμανικά | Ολλανδικά | Σουηδικά | Ρωσικά | Πολωνικά | Τσέχικα | Τούρκικα | Κινέζικα | Ιαπωνικά | Κορεατικά | Αραβικά

Advertisements
Advertisements

Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης