artichoke

UK:*UK and possibly other pronunciationsUK and possibly other pronunciations/ˈɑːrtɪtʃəʊk/US:USA pronunciation: IPA and respellingUSA pronuncation: IPA/ˈɑrtɪˌtʃoʊk/ ,USA pronunciation: respelling(ärti chōk′)

WordReference English-Greek Dictionary © 2020:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
artichoke,
globe artichoke
nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc.
(vegetable)αγκινάρα ουσ θηλουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.
 Irina's sister has prepared stuffed artichokes for dinner.
artichoke,
globe artichoke
nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc.
(plant)αγκινάρα ουσ θηλουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.
  (σπάνιο)αγκιναριά ουσ θηλουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.
 Our garden has varieties of kale, Swiss chard, and artichoke.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

WordReference English-Greek Dictionary © 2020:

Σύνθετοι τύποι:
ΑγγλικάΕλληνικά
artichoke heart nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (edible part of globe artichoke)καρδιά αγκινάρας περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
baby artichoke nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (vegetable)αγκινάρα baby περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
  αγκιναράκι ουσ ουδουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.
 It is difficult to find a good recipe that uses baby artichokes.
Jerusalem artichoke,
sunroot,
sunchoke,
earth apple,
topiambour
nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc.
(root vegetable) (λαχανικό)αγκινάρα της Ιερουσαλήμ φρ ως ουσ θηλφράση ως ουσιαστικό θηλυκό: Σύνολο λέξεων που αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους, π.χ. καθηγήτρια φυσικής αγωγής, διευθύντρια γυμνασίου κλπ.
  κολοκάσι, καλοκάσι ουσ ουδουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.
 Once you plant some Jerusalem artichokes in your garden, it's very hard to get rid of them!
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.
Ο όρος 'artichoke' βρέθηκε επίσης στις εγγραφές:
Στην αγγλική περιγραφή:
Συμφράσεις: artichoke [dip, salad, hearts], [discard, throw away, peel off] the artichoke leaves, Does this contain any artichoke?, περισσότερα…

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση artichoke στον τίτλο:

Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο 'artichoke'.

Σε άλλες γλώσσες Ισπανικά | Γαλλικά | Ιταλικά | Πορτογαλικά | Ρουμανικά | Γερμανικά | Ολλανδικά | Σουηδικά | Ρωσικά | Πολωνικά | Τσέχικα | Τούρκικα | Κινέζικα | Ιαπωνικά | Κορεατικά | Αραβικά

Advertisements
Advertisements
Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης