army

Listen:
UK:*UK and possibly other pronunciationsUK and possibly other pronunciations/ˈɑːrmi/US:USA pronunciation: IPA and respellingUSA pronuncation: IPA/ˈɑrmi/ ,USA pronunciation: respelling(ärmē)


Inflections of 'army' (nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc.): nplplural noun: Noun always used in plural form--for example, "jeans," "scissors.": armies

WordReference English-Greek Dictionary © 2020:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
army nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (military: land force) (τμήμα ενόπλων δυνάμεων)στρατός ουσ αρσουσιαστικό αρσενικό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα αρσενικού γένους.
  (κατά λέξη)στρατός ξηράς φρ ως ουσ αρσφράση ως ουσιαστικό αρσενικό: Σύνολο λέξεων που αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα αρσενικού γένους, π.χ. φακός επαφής, καθηγητής φυσικής αγωγήςκλπ.
 The army tried to repel the invading forces.
 Ο στρατός προσπάθησε να απωθήσει τις δυνάμεις εισβολής.
army nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (large body of armed persons)στρατός ουσ αρσουσιαστικό αρσενικό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα αρσενικού γένους.
  στρατιά ουσ θηλουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.
 The guerrilla army took prisoners in the attack.
 Ο αντάρτικος στρατός πήρε ομήρους στην επίθεση.
army nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. figurative (large body of organized persons) (μεταφορικά)στρατός ουσ αρσουσιαστικό αρσενικό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα αρσενικού γένους.
  (μεταφορικά)στρατιά ουσ θηλουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.
 The army of protesters blocked traffic.
 Μια στρατιά διαδηλωτών μπλόκαρε την κυκλοφορία.
 
Επιπλέον μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
army nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. figurative (a multitude) (μεταφορικά)στρατιά ουσ θηλουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.
 An army of shoppers descended on the stores at Christmastime.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

WordReference English-Greek Dictionary © 2020:

Σύνθετοι τύποι:
ΑγγλικάΕλληνικά
all-volunteer army nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. US (military: non-conscripted force)εθελοντικός στρατός ουσ αρσουσιαστικό αρσενικό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα αρσενικού γένους.
army base nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (military facility)στρατιωτική βάση επίθ + ουσ θηλ
 There is a large US army base on the island of Okinawa, Japan.
army brat nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. US, slang (child of a US Army member)παιδί στρατιωτικού του αμερικανικού στρατού β' συνθετικό: Βρίσκεται στην τέλος μια λέξης και σε οριμένες περιπτώσης φανερώνει το νόημα αυτής, π.χ. υψηλόβαθμος, χαμηλόβαθμοςκλπ.
Σχόλιο: Δεν υπάρχει αντίστοιχος όρος. Μπορεί να αποδοθεί πιο γενικά ως «παιδί στρατιωτικού».
 As an army brat, Jen had lived in five countries by the time she was 18.
army corps nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (ground combat military unit)στρατός ξηράς φρ ως ουσ αρσφράση ως ουσιαστικό αρσενικό: Σύνολο λέξεων που αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα αρσενικού γένους, π.χ. φακός επαφής, καθηγητής φυσικής αγωγήςκλπ.
army hospital nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (military medical facility)στρατιωτικό νοσοκομείο επίθ + ουσ ουδ
 The wounded were taken to the army hospital.
army officer nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (military authority figure)αξιωματικός του στρατού φρ ως ουσ αρσ/θηλφράση ως ουσιαστικό αρσενικό/θηλυκό: Σύνολο λέξεων που αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα αρσενικού ή θηλυκού γένους, π.χ. πολιτικός μηχανικός, Διευθύνων Σύμβουλος κλπ.
army reserves nplplural noun: Noun always used in plural form--for example, "jeans," "scissors." US (backup military force)εφεδρικός στρατός ουσ αρσουσιαστικό αρσενικό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα αρσενικού γένους.
 Troops are sent to war in the following order: regular army, army reserves, and national guard.
army tank nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (armoured combat vehicle)τανκς ουσ ουδ ακλ
  τεθωρακισμένο του στρατού, θωρακισμένο όχημα στρατού περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
army troops nplplural noun: Noun always used in plural form--for example, "jeans," "scissors." (soldiers)στρατιωτικές δυνάμεις ουσ θηλ πλουσιαστικό αρσενικό πληθυντικός: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους και είτε χρησιμοποιείται μόνο στον πληθυντικό, π.χ. οι γιορτές (χρονική περίοδος), είτε αναφέρεται στον πληθυντικό για την ορθή απόδοση του μεταφραζόμενου όρου.
 The army troops marched into battle.
general of the army nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (high-ranking military officer)στρατηγός ουσ αρσουσιαστικό αρσενικό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα αρσενικού γένους.
the IRA nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. initialism (Irish Republican Army) (καθομιλουμένη)ΙΡΑ ουσ αρσ άκλουσιαστικό αρσενικό άκλιτο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα αρσενικού γένους και δεν κλίνεται, π.χ. μασέρ, αντικέρ κλπ. Συχνά είναι ξενικής προέλευσης.
 The IRA is considered a terrorist organization by most governments.
regular army nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (permanent soldiers)τακτικός στρατός ουσ αρσουσιαστικό αρσενικό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα αρσενικού γένους.
Salvation Army nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (Christian charitable organization)Στρατός της Σωτηρίας ουσ αρσουσιαστικό αρσενικό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα αρσενικού γένους.
 I took all my father's old suits and shoes down to the Salvation Army so they could distribute them to the homeless.
standing army nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (military: permanent armed force)μόνιμος στρατός φρ ως ουσ αρσφράση ως ουσιαστικό αρσενικό: Σύνολο λέξεων που αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα αρσενικού γένους, π.χ. φακός επαφής, καθηγητής φυσικής αγωγήςκλπ.
TA nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. UK, dated (Territorial Army)εφεδρικός στρατός φρ ως ουσ αρσφράση ως ουσιαστικό αρσενικό: Σύνολο λέξεων που αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα αρσενικού γένους, π.χ. φακός επαφής, καθηγητής φυσικής αγωγήςκλπ.
Σχόλιο: Now known as the Army Reserve.
Terracotta Army,
Terra Cotta Army
nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc.
(ancient figures excavated in China) (μνημείο στην Κίνα)Πήλινος Στρατός φρ ως ουσ αρσ κύρ
Union Army nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. historical (American Civil War: Federate Army) (ιστορία ΗΠΑ)Στρατός της Ένωσης φρ ως ουσ αρσφράση ως ουσιαστικό αρσενικό: Σύνολο λέξεων που αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα αρσενικού γένους, π.χ. φακός επαφής, καθηγητής φυσικής αγωγήςκλπ.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.
Ο όρος 'army' βρέθηκε επίσης στις εγγραφές:
Στην αγγλική περιγραφή:
Συμφράσεις: a [huge, strong, ruthless, powerful] army, an army [officer, general], an [allied, enemy] army, περισσότερα…

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση army στον τίτλο:

Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο 'army'.

Σε άλλες γλώσσες Ισπανικά | Γαλλικά | Ιταλικά | Πορτογαλικά | Ρουμανικά | Γερμανικά | Ολλανδικά | Σουηδικά | Ρωσικά | Πολωνικά | Τσέχικα | Τούρκικα | Κινέζικα | Ιαπωνικά | Κορεατικά | Αραβικά

Advertisements
Advertisements

Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης