arch

Listen:
UK:*UK and possibly other pronunciationsUK and possibly other pronunciations/ˈɑːrtʃ/US:USA pronunciation: IPA and respellingUSA pronuncation: IPA/ɑrtʃ/ ,USA pronunciation: respelling(ärch)

WordReference English-Greek Dictionary © 2020:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
arch nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (building)αψίδα ουσ θηλουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.
  καμάρα ουσ θηλουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.
 The architecture of the old church features magnificent arches.
 Η αρχιτεκτονική της παλιάς εκκλησίας διαθέτει εκπληκτικές αψίδες.
arch nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. often plural (of the foot) (ποδιού)καμάρα ουσ θηλουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.
 Some hikers experience pain in their arches after a strenuous hike.
 Μερικοί πεζοπόροι νιώθουν πόνο στις καμάρες τους μετά από κουραστική πεζοπορία.
arch nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (of a shoe) (μεταφορικά)καμάρα ουσ θηλουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.
 The arch of the new sneaker is fairly rigid.
 Η καμάρα του νέου αθλητικού παπουτσιού είναι αρκετά δύσκαμπτη.
arch over [sth] vi + prep (form an arc over)σχηματίζω αψίδα πάνω από κτ περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
 Stately elm trees arched over the boulevard.
 Οι επιβλητικές φτελιές σχημάτιζαν αψίδα πάνω από τη λεωφόρο.
arch adjadjective: Describes a noun or pronoun--for example, "a tall girl," "an interesting book," "a big house." (rival, etc.: biggest)μεγαλύτερος επίθεπίθετο: Περιγράφει το ουσιαστικό που συνοδεύει, π.χ.ψηλός άντρας, καλός καιρός κλπ, και αλλάζει ανάλογα με το γένος, π.χ.καλός, καλή, καλό
  (μεταφορικά: εχθρός)θανάσιμος επίθεπίθετο: Περιγράφει το ουσιαστικό που συνοδεύει, π.χ.ψηλός άντρας, καλός καιρός κλπ, και αλλάζει ανάλογα με το γένος, π.χ.καλός, καλή, καλό
 Greg glared across the room at his arch rival.
 Ο Γκρεγκ έριξε μια ματιά στον θανάσιμο εχθρό του στην άλλη πλευρά του δωματίου.
arch adjadjective: Describes a noun or pronoun--for example, "a tall girl," "an interesting book," "a big house." (sly)πονηρός επίθεπίθετο: Περιγράφει το ουσιαστικό που συνοδεύει, π.χ.ψηλός άντρας, καλός καιρός κλπ, και αλλάζει ανάλογα με το γένος, π.χ.καλός, καλή, καλό
 Rose raised an eyebrow and gave an arch smile.
 Η Ρόουζ ανασήκωσε το ένα φρύδι και έσκασε ένα πονηρό χαμόγελο.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

WordReference English-Greek Dictionary © 2020:

Σύνθετοι τύποι:
ΑγγλικάΕλληνικά
aortic arch nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (anatomy)αορτικό τόξο επίθ + ουσ ουδ
arch enemy nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (most hated person)μεγαλύτερος εχθρός, άσπονδος εχθρός επίθ + ουσ αρσ
 He is my arch enemy.
arch of your back nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (curve of lower back)η καμπύλη της πλάτης φρ ως ουσ θηλφράση ως ουσιαστικό θηλυκό: Σύνολο λέξεων που αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους, π.χ. καθηγήτρια φυσικής αγωγής, διευθύντρια γυμνασίου κλπ.
 In this yoga pose, tuck your right arm behind the arch of your back.
arch support nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (orthopaedic device for foot)ειδική σόλα που παρέχει υποστήριξη στο πέλμα ουσ θηλουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.
Σχόλιο: δεν υπάρχει ακριβής αντιστοιχία
 because of his flat feet, his shoes were fitted with arch supports.
arch your back v exprverbal expression: Phrase with special meaning functioning as verb--for example, "put their heads together," "come to an end." (stretch over backwards)τεντώνομαι προς τα πίσω περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
 Please arch your back and take a deep breath.
archfiend,
arch-fiend
nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc.
(devil, supreme villain)αρχιδαίμονας ουσ αρσουσιαστικό αρσενικό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα αρσενικού γένους.
horseshoe arch nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (Moorish style of curved arch)πεταλοειδής αψίδα επίθ + ουσ θηλ
ogee,
ogee arch
nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc.
(architecture: pointed arch)αψίδα ουσ θηλουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.
  διπλή καμπύλη S περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
Σχόλιο: Δεν υπάρχει ακριβής αντιστοιχία.
proscenium,
proscenium arch
nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc.
(arch near stage) (χώρισμα σκηνής από θεατές)αψίδα προσκηνίου έκφρέκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.
shoulder girdle,
pectoral girdle,
pectoral arch
nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc.
(skeleton part)ωμική ζώνη επίθ + ουσ θηλ
triumphal arch nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (archway built to commemorate victory)αψίδα του θριάμβου φρ ως ουσ θηλφράση ως ουσιαστικό θηλυκό: Σύνολο λέξεων που αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους, π.χ. καθηγήτρια φυσικής αγωγής, διευθύντρια γυμνασίου κλπ.
 The Arch of Constantine in Rome is a well-known example of a triumphal arch.
zygoma,
zygomatic arch
nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc.
(bridge: cheek, temporal bones) (οστό)ζύγωμα ουσ ουδουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.
Ο όρος 'arch' βρέθηκε επίσης στις εγγραφές:
Στην αγγλική περιγραφή:
Συμφράσεις: need [a lot of, more] arch support, has too much arch support (for my feet), [high, moderate] arch support, περισσότερα…

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση arch στον τίτλο:

Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο 'arch'.

Σε άλλες γλώσσες Ισπανικά | Γαλλικά | Ιταλικά | Πορτογαλικά | Ρουμανικά | Γερμανικά | Ολλανδικά | Σουηδικά | Ρωσικά | Πολωνικά | Τσέχικα | Τούρκικα | Κινέζικα | Ιαπωνικά | Κορεατικά | Αραβικά

Advertisements
Advertisements

Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης