arboriculture

UK:*UK and possibly other pronunciationsUK and possibly other pronunciations/ˈɑːbərɪˌkʌltʃə/

US:USA pronunciation: respellingUSA pronunciation: respelling(ärbər i kul′chər, är bôr-, -bōr-)


WordReference English-Greek Dictionary © 2020:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
arboriculture nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (cultivation of trees)δενδροκομία ουσ θηλουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση arboriculture στον τίτλο:

Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο 'arboriculture'.

Σε άλλες γλώσσες Ισπανικά | Γαλλικά | Ιταλικά | Πορτογαλικά | Ρουμανικά | Γερμανικά | Ολλανδικά | Σουηδικά | Ρωσικά | Πολωνικά | Τσέχικα | Τούρκικα | Κινέζικα | Ιαπωνικά | Κορεατικά | Αραβικά

Advertisements
Advertisements

Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης