arbor

Listen:
UK:*UK and possibly other pronunciationsUK and possibly other pronunciations/ˈɑːbə/US:USA pronunciation: IPA and respellingUSA pronuncation: IPA/ˈɑrbɚ/ ,USA pronunciation: respelling(ärbər)

Inflections of 'arbor' (nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc.): nplplural noun: Noun always used in plural form--for example, "jeans," "scissors.": arbores

WordReference English-Greek Dictionary © 2020:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
arbor (US),
arbour (UK)
nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc.
(structure that supports plants)πέργκολα, πέργολα ουσ θηλουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.
arbor,
arbori
prefixprefix: Added to front of word stem--for example, unsaid = un+said.
(tree)δενδρο- α' συνθετικό
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση arbor στον τίτλο:

Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο 'arbor'.

Σε άλλες γλώσσες Ισπανικά | Γαλλικά | Ιταλικά | Πορτογαλικά | Ρουμανικά | Γερμανικά | Ολλανδικά | Σουηδικά | Ρωσικά | Πολωνικά | Τσέχικα | Τούρκικα | Κινέζικα | Ιαπωνικά | Κορεατικά | Αραβικά

Advertisements
Advertisements

Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης