arbitration

Listen:
UK:*UK and possibly other pronunciationsUK and possibly other pronunciations/ˈɑːrbɪtreɪʃən/US:USA pronunciation: respellingUSA pronunciation: respelling(är′bi trāshən)

WordReference English-Greek Dictionary © 2020:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
arbitration nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (mediation, settling of dispute)διαιτησία ουσ θηλουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.
 All parties involved are expecting the case to go to arbitration.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

WordReference English-Greek Dictionary © 2020:

Σύνθετοι τύποι:
ΑγγλικάΕλληνικά
binding arbitration nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (dispute resolution)δεσμευτική διαιτησία επίθ + ουσ θηλ
 The case did not go to trial; it was settled by binding arbitration.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση arbitration στον τίτλο:

Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο 'arbitration'.

Σε άλλες γλώσσες Ισπανικά | Γαλλικά | Ιταλικά | Πορτογαλικά | Ρουμανικά | Γερμανικά | Ολλανδικά | Σουηδικά | Ρωσικά | Πολωνικά | Τσέχικα | Τούρκικα | Κινέζικα | Ιαπωνικά | Κορεατικά | Αραβικά

Advertisements
Advertisements

Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης