approbation

UK:*UK and possibly other pronunciationsUK and possibly other pronunciations/ˌæprəˈbeɪʃən/US:USA pronunciation: IPA and respellingUSA pronuncation: IPA/ˌæprəˈbeɪʃən/ ,USA pronunciation: respelling(ap′rə bāshən)

WordReference English-Greek Dictionary © 2020:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
approbation nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (approval) (σύμφωνη γνώμη)επιδοκιμασία, έγκριση, αποδοχή ουσ θηλουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.
  επικρότηση, προσυπογραφή ουσ θηλουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.
  (επίσημη συγκατάθεση)έγκριση ουσ θηλουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση approbation στον τίτλο:

Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο 'approbation'.

Σε άλλες γλώσσες Ισπανικά | Γαλλικά | Ιταλικά | Πορτογαλικά | Ρουμανικά | Γερμανικά | Ολλανδικά | Σουηδικά | Ρωσικά | Πολωνικά | Τσέχικα | Τούρκικα | Κινέζικα | Ιαπωνικά | Κορεατικά | Αραβικά

Advertisements
Advertisements
Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης