apprize

US:USA pronunciation: respellingUSA pronunciation: respelling(ə prīz)

Inflections of 'apprize' (v): (⇒ conjugate)
"Apprize" is a less common spelling of "apprise"
apprizes
v 3rd person singular (US & UK)
apprizing
v pres pverb, present participle: -ing verb used descriptively or to form progressive verb--for example, "a singing bird," "It is singing." (US & UK)
apprized
v pastverb, past simple: Past tense--for example, "He saw the man." "She laughed." (US & UK)
apprized
v past pverb, past participle: Verb form used descriptively or to form verbs--for example, "the locked door," "The door has been locked." (US & UK)

WordReference English-Greek Dictionary © 2020:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
apprize [sth],
also UK: apprise [sth]
vtrtransitive verb: Verb taking a direct object--for example, "Say something." "She found the cat."
archaic (estimate value of)εκτιμώ την αξία έκφρέκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.
  αποτιμώ ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

WordReference English-Greek Dictionary © 2020:

Σύνθετοι τύποι:
ΑγγλικάΕλληνικά
apprise [sb] of [sth],
apprize [sb] of [sth]
vtr + prep
formal (notify [sb])γνωστοποιώ κτ σε κπ ρ μ + πρόθ
  ενημερώνω κπ για κτ ρ μ + πρόθ
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση apprize στον τίτλο:

Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο 'apprize'.

Σε άλλες γλώσσες Ισπανικά | Γαλλικά | Ιταλικά | Πορτογαλικά | Ρουμανικά | Γερμανικά | Ολλανδικά | Σουηδικά | Ρωσικά | Πολωνικά | Τσέχικα | Τούρκικα | Κινέζικα | Ιαπωνικά | Κορεατικά | Αραβικά

Advertisements
Advertisements

Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης