apprenticeship

Listen:
UK:*UK and possibly other pronunciationsUK and possibly other pronunciations/əˈprɛntɪsʃɪp/

WordReference English-Greek Dictionary © 2020:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
apprenticeship nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (training)μαθητεία ουσ θηλουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.
 The apprenticeship lasts three years for most people.
 Η μαθητεία διαρκεί τρία χρόνια για τους περισσότερους ανθρώπους.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.
Ο όρος 'apprenticeship' βρέθηκε επίσης στις εγγραφές:
Στην αγγλική περιγραφή:
Συμφράσεις: is just beginning his apprenticeship (at), apprenticeship [programs, training], served her apprenticeship as, περισσότερα…

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση apprenticeship στον τίτλο:

Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο 'apprenticeship'.

Σε άλλες γλώσσες Ισπανικά | Γαλλικά | Ιταλικά | Πορτογαλικά | Ρουμανικά | Γερμανικά | Ολλανδικά | Σουηδικά | Ρωσικά | Πολωνικά | Τσέχικα | Τούρκικα | Κινέζικα | Ιαπωνικά | Κορεατικά | Αραβικά

Advertisements
Advertisements

Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης