apprentice

Listen:
UK:*UK and possibly other pronunciationsUK and possibly other pronunciations/əˈprɛntɪs/US:USA pronunciation: IPA and respellingUSA pronuncation: IPA/əˈprɛntɪs/ ,USA pronunciation: respelling(ə prentis)

Inflections of 'apprentice' (v): (⇒ conjugate)
apprentices
v 3rd person singular
apprenticing
v pres pverb, present participle: -ing verb used descriptively or to form progressive verb--for example, "a singing bird," "It is singing."
apprenticed
v pastverb, past simple: Past tense--for example, "He saw the man." "She laughed."
apprenticed
v past pverb, past participle: Verb form used descriptively or to form verbs--for example, "the locked door," "The door has been locked."

WordReference English-Greek Dictionary © 2020:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
apprentice nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (trainee, learner)μαθητευόμενος, ασκούμενος μτχ ενεστμετοχή ενεστώτα: Χρησιμοποιείται ως επίθετο ή ουσιαστικό και έχει τρία γένη, π.χ. υπογράφων, υπογράφουσα, υπογράφον κλπ.
 My plumber's taken on an apprentice to learn the trade.
 Ο υδραυλικός μου πήρε έναν μαθητευόμενο για να μάθει την τέχνη.
apprentice n as adjnoun as adjective: Describes another noun--for example, "boat race," "dogfood." (trainee, learning)μαθητευόμενος μτχ ενεστμετοχή ενεστώτα: Χρησιμοποιείται ως επίθετο ή ουσιαστικό και έχει τρία γένη, π.χ. υπογράφων, υπογράφουσα, υπογράφον κλπ.
 Jon is an apprentice carpenter, learning to make wooden furniture.
 Ο Τζον είναι μαθητευόμενος ξυλουργός που μαθαίνει να φτιάχνει ξύλινα έπιπλα.
apprentice viintransitive verb: Verb not taking a direct object--for example, "She jokes." "He has arrived." US (be an apprentice)μαθητεύω ρ αμρήμα αμετάβατο: Δεν συνδυάζεται με αντικείμενο, π.χ. κοιμάμαι, διψάω, πεινάωκλπ.
 She apprenticed to one of the country's greatest potters.
 Μαθήτευσε δίπλα σε ένα από τους πιο σημαντικούς αγγειοπλάστες της χώρας.
apprentice [sb] to [sth/sb] vtr + prep (place with employer)μπαίνω μαθητευόμενος σε κτ, με βάζουν μαθητευόμενο σε κτ περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
  (πιο γενικά)εκπαιδεύω κπ σε κτ περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
  μαθαίνω σε κπ τη δουλειά σε κτ περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
  μαθαίνω σε κπ τη δουλειά με κπ περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
 Several boys in the family were apprenticed to the factory.
 Αρκετά από τα αγόρια της οικογένειας μπήκαν μαθητευόμενα στο εργοστάσιο.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.
Ο όρος 'apprentice' βρέθηκε επίσης στις εγγραφές:
Στην αγγλική περιγραφή:
Συμφράσεις: working as an apprentice, an apprentice [electrician, plumber], is apprenticing to become [a plumber, an electrician], περισσότερα…

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση apprentice στον τίτλο:

Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο 'apprentice'.

Σε άλλες γλώσσες Ισπανικά | Γαλλικά | Ιταλικά | Πορτογαλικά | Ρουμανικά | Γερμανικά | Ολλανδικά | Σουηδικά | Ρωσικά | Πολωνικά | Τσέχικα | Τούρκικα | Κινέζικα | Ιαπωνικά | Κορεατικά | Αραβικά

Advertisements
Advertisements

Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης