apply

Listen:
UK:*UK and possibly other pronunciationsUK and possibly other pronunciations/əˈplaɪ/US:USA pronunciation: IPA and respellingUSA pronuncation: IPA/əˈplaɪ/ ,USA pronunciation: respelling(ə plī)


Inflections of 'apply' (v): (⇒ conjugate)
applies
v 3rd person singular
applying
v pres pverb, present participle: -ing verb used descriptively or to form progressive verb--for example, "a singing bird," "It is singing."
applied
v pastverb, past simple: Past tense--for example, "He saw the man." "She laughed."
applied
v past pverb, past participle: Verb form used descriptively or to form verbs--for example, "the locked door," "The door has been locked."

WordReference English-Greek Dictionary © 2020:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
apply [sth] vtrtransitive verb: Verb taking a direct object--for example, "Say something." "She found the cat." (spread [sth] on)απλώνω ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
  (πάνω στο σώμα)βάζω ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
  (επίσημο)εφαρμόζω ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
 Please apply sunscreen before going outside.
 Σε παρακαλώ βάλε αντηλιακό πριν βγεις έξω.
apply [sth] to [sth/sb] vtrtransitive verb: Verb taking a direct object--for example, "Say something." "She found the cat." (spread [sth] on [sth/sb])απλώνω κτ σε κπ/κτ ρ μ + πρόθ
  βάζω κτ σε κτ/κπ ρ μ + πρόθ
  (επίσημο)εφαρμόζω κτ σε κτ/κπ ρ μ + πρόθ
 Apply the moisturizer liberally to your face and neck.
 Απλώστε άφθονη ενυδατική κρέμα στο πρόσωπο και στον λαιμό σας.
 Βάλτε άφθονη ενυδατική κρέμα στο πρόσωπο και στον λαιμό σας.
 This sentence is not a translation of the original sentence. Το μονωτικό υλικό εφαρμόζεται με ρολό.
apply [sth] vtrtransitive verb: Verb taking a direct object--for example, "Say something." "She found the cat." (use, employ [sth])εφαρμόζω, χρησιμοποιώ ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
 We need to apply a little common sense here.
 Εδώ πρέπει να χρησιμοποιήσουμε την κοινή λογική.
apply [sth] to [sth] vtrtransitive verb: Verb taking a direct object--for example, "Say something." "She found the cat." (put [sth] to use)εφαρμόζω ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
 She was able to apply her skills to the new project.
 Μπόρεσε να εφαρμόσει τις δεξιότητές της στο νέο πρότζεκτ.
apply [sth] vtrtransitive verb: Verb taking a direct object--for example, "Say something." "She found the cat." (impose: a law)εφαρμόζω ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
  (πιο αυστηρό)επιβάλλω ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
 A judge's job is to apply the law, not to make new laws.
 Η δουλειά των δικαστών είναι να εφαρμόζουν τους νόμους κι όχι να δημιουργούν νέους.
 Η δουλειά των δικαστών είναι να επιβάλλουν τους νόμους κι όχι να δημιουργούν νέους.
apply viintransitive verb: Verb not taking a direct object--for example, "She jokes." "He has arrived." (be relevant)ισχύω ρ αμρήμα αμετάβατο: Δεν συνδυάζεται με αντικείμενο, π.χ. κοιμάμαι, διψάω, πεινάωκλπ.
  έχω εφαρμογή ρ έκφρρηματική έκφραση: Συνδυασμός βοηθητικού ρήματος και ουσιαστικού, επιθέτου ή μετοχής, π.χ. γίνομαι γιατρός, είμαι ψηλός, είμαι κουρασμένος κλπ.
 In this new situation, the old rules do not apply.
 Σε αυτήν την περίπτωση, οι παλιοί κανόνες δεν ισχύουν.
apply to [sb/sth] vi + prep (be relevant to [sb], [sth](σε/για κάτι/κάποιον)ισχύω ρ αμρήμα αμετάβατο: Δεν συνδυάζεται με αντικείμενο, π.χ. κοιμάμαι, διψάω, πεινάωκλπ.
  έχω εφαρμογή ρ έκφρρηματική έκφραση: Συνδυασμός βοηθητικού ρήματος και ουσιαστικού, επιθέτου ή μετοχής, π.χ. γίνομαι γιατρός, είμαι ψηλός, είμαι κουρασμένος κλπ.
 The guidelines do not apply to this case.
 Οι κατευθυντήριες οδηγίες δεν ισχύουν σε αυτήν την περίπτωση.
apply to [sth] vi + prep (send a request)κάνω αίτηση σε κτ, στέλνω αίτηση σε κτ περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
 Cathy applied to three universities but none of them accepted her.
 Η Κάθι έκανε αίτηση σε τρία πανεπιστήμια αλλά κανένα δεν τη δέχτηκε.
 
Επιπλέον μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
apply to [sth] vi + prep (submit job application)στέλνω βιογραφικό σε κτ περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
  κάνω αίτηση για δουλειά σε κπ/κτ, στέλνω αίτηση για δουλειά σε κπ/κτ περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
 My brother applied to Microsoft and they offered him a job.
apply [sth] to [sth] vtrtransitive verb: Verb taking a direct object--for example, "Say something." "She found the cat." (put to use) (κάτι σε κάτι άλλο)εφαρμόζω, αξιοποιώ, χρησιμοποιώ ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
 Gordon applied his mechanical skills to building and flying aircraft.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

WordReference English-Greek Dictionary © 2020:

Σύνθετοι τύποι:
ΑγγλικάΕλληνικά
apply for [sth] vi + prep (request formally) (για κτ)υποβάλλω αίτηση έκφρέκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.
  (καθομιλουμένη: για κτ)κάνω αίτηση έκφρέκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.
  (επίσημο: κάτι)αιτούμαι ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
 Thomas applied for a credit card.
 Ο Τόμας υπέβαλε αίτηση (or: έκανε αίτηση) για πιστωτική κάρτα.
 This sentence is not a translation of the original sentence. Με την υποβολή του παρόντος εγγράφου, αιτούμαι τη συμμετοχή μου στο πρόγραμμα.
apply for a job v exprverbal expression: Phrase with special meaning functioning as verb--for example, "put their heads together," "come to an end." (reply to employment advertisement)υποβάλλω αίτηση για δουλειά περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
  (καθομιλουμένη)κάνω αίτηση για δουλειά περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
 My only task for today is to apply for a job.
apply make-up vtr + n (put on cosmetics) (μτφ: με καλλυντικά)βάφομαι ρ αμρήμα αμετάβατο: Δεν συνδυάζεται με αντικείμενο, π.χ. κοιμάμαι, διψάω, πεινάωκλπ.
  μακιγιάρομαι ρ αμρήμα αμετάβατο: Δεν συνδυάζεται με αντικείμενο, π.χ. κοιμάμαι, διψάω, πεινάωκλπ.
  (μόνο στο δέρμα)βάζω μέικ απ περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
 I don't have the time to apply makeup, so it's lucky I have nice skin!
apply pressure vtr + n (press firmly)πιέζω ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
  ασκώ πίεση περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
 If you get a nosebleed, you should pinch your nose and apply pressure.
apply pressure to [sth] vtr + n (press firmly on [sth])πιέζω ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
  ασκώ πίεση σε κτ, εφαρμόζω πίεση σε κτ περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
 Applying pressure to the cut will stop the bleeding.
apply pressure to [sb] vtr + n figurative (try to persuade) (μεταφορικά)πιέζω ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
 What the army calls "applying pressure to prisoners" other people might call "torture".
apply pressure vtr + n figurative (try to persuade) (μεταφορικά)πιέζω ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
  (μεταφορικά)ασκώ πίεση περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
 MPs are applying pressure on the government to spend more money on education.
apply yourself vtr + refltransitive verb and reflexive pronoun: Transitive verb with reflexive pronoun--for example, "Enjoy yourself." "They behaved themselves." (make an effort, work hard)συγκεντρώνομαι, προσπαθώ ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
  δουλεύω σκληρά ρ αμ + επίρ
 If you apply yourself, you will succeed.
 Αν συγκεντρωθείς, θα επιτύχεις.
apply yourself to [sth] vtr + refltransitive verb and reflexive pronoun: Transitive verb with reflexive pronoun--for example, "Enjoy yourself." "They behaved themselves." (make an effort, work hard)αφοσιώνομαι σε κτ, αφιερώνομαι σε κτ ρ αμ + πρόθ
  συγκεντρώνομαι σε κάτι ρ αμ + πρόθ
 I am really going to apply myself to my studies.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.
Ο όρος 'apply' βρέθηκε επίσης στις εγγραφές:
Στην αγγλική περιγραφή:
Συμφράσεις: apply for a [job, position, internship, work permit, visa], apply to [a school, a company, college], apply for admission (to), περισσότερα…

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση apply στον τίτλο:

Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο 'apply'.

Σε άλλες γλώσσες Ισπανικά | Γαλλικά | Ιταλικά | Πορτογαλικά | Ρουμανικά | Γερμανικά | Ολλανδικά | Σουηδικά | Ρωσικά | Πολωνικά | Τσέχικα | Τούρκικα | Κινέζικα | Ιαπωνικά | Κορεατικά | Αραβικά

Advertisements
Advertisements

Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης