anteater

Listen:
UK:*UK and possibly other pronunciationsUK and possibly other pronunciations/ˈæntiːtər/US:USA pronunciation: IPA and respellingUSA pronuncation: IPA/ˈæntˌitɚ/ ,USA pronunciation: respelling(antē′tər)


WordReference English-Greek Dictionary © 2020:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
anteater nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (animal: mammal)μυρμηγκοφάγος ουσ αρσουσιαστικό αρσενικό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα αρσενικού γένους.
 The anteater has a long snout and a highly-developed sense of smell.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

WordReference English-Greek Dictionary © 2020:

Σύνθετοι τύποι:
ΑγγλικάΕλληνικά
numbat,
banded anteater
nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc.
(Australian marsupial) (μαρσιποφόρο ζώο)νουμπάτ ουσ ουδ άκλουσιαστικό ουδέτερο άκλιτο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους και δεν κλίνεται, π.χ. σάντουιτς, κομπιούτερ κλπ. Συχνά είναι ξενικής προέλευσης.
pangolin,
scaly anteater
nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc.
(zoology: animal)παγκολίνος ουσ αρσουσιαστικό αρσενικό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα αρσενικού γένους.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.
Ο όρος 'anteater' βρέθηκε επίσης στις εγγραφές:
Στην αγγλική περιγραφή:

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση anteater στον τίτλο:

Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο 'anteater'.

Σε άλλες γλώσσες Ισπανικά | Γαλλικά | Ιταλικά | Πορτογαλικά | Ρουμανικά | Γερμανικά | Ολλανδικά | Σουηδικά | Ρωσικά | Πολωνικά | Τσέχικα | Τούρκικα | Κινέζικα | Ιαπωνικά | Κορεατικά | Αραβικά

Advertisements
Advertisements

Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης