antagonism

UK:*UK and possibly other pronunciationsUK and possibly other pronunciations/ænˈtægənɪzəm/US:USA pronunciation: IPA and respellingUSA pronuncation: IPA/ænˈtægəˌnɪzəm/ ,USA pronunciation: respelling(an tagə niz′əm)


WordReference English-Greek Dictionary © 2020:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
antagonism nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (hostility, friction)διένεξη, προστριβή ουσ θηλουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.
 The constant antagonism between my parents is starting to upset my little brother.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.
Ο όρος 'antagonism' βρέθηκε επίσης στις εγγραφές:
Στην αγγλική περιγραφή:

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση antagonism στον τίτλο:

Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο 'antagonism'.

Σε άλλες γλώσσες Ισπανικά | Γαλλικά | Ιταλικά | Πορτογαλικά | Ρουμανικά | Γερμανικά | Ολλανδικά | Σουηδικά | Ρωσικά | Πολωνικά | Τσέχικα | Τούρκικα | Κινέζικα | Ιαπωνικά | Κορεατικά | Αραβικά

Advertisements
Advertisements

Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης