animal

Listen:
UK:*UK and possibly other pronunciationsUK and possibly other pronunciations/ˈænɪməl/US:USA pronunciation: IPA and respellingUSA pronuncation: IPA/ˈænəməl/ ,USA pronunciation: respelling(anə məl)


WordReference English-Greek Dictionary © 2020:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
animal nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (creature) (ον)ζώο ουσ ουδουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.
 Cats are one of the few domesticated animals.
 Η γάτα είναι ένα από τα λίγα οικόσιτα ζώα.
 
Επιπλέον μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
animal adjadjective: Describes a noun or pronoun--for example, "a tall girl," "an interesting book," "a big house." (of or from animals)ζωικός επίθεπίθετο: Περιγράφει το ουσιαστικό που συνοδεύει, π.χ.ψηλός άντρας, καλός καιρός κλπ, και αλλάζει ανάλογα με το γένος, π.χ.καλός, καλή, καλό
  (σε γενική)ζώου ουσ ουδουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.
  από ζώο περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
 Ivana's coat was made of animal fur.
animal adjadjective: Describes a noun or pronoun--for example, "a tall girl," "an interesting book," "a big house." (sexual)ζωώδης επίθεπίθετο: Περιγράφει το ουσιαστικό που συνοδεύει, π.χ.ψηλός άντρας, καλός καιρός κλπ, και αλλάζει ανάλογα με το γένος, π.χ.καλός, καλή, καλό
 Catholic priests must suppress their animal desires.
animal nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. figurative (uncivilized person) (μεταφορικά)ζώο ουσ ουδουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.
  (μτφ, παλαιό, καθομ)ζώον ουσ ουδουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.
  (μεταφορικά)γουρούνι ουσ ουδουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.
 Look at the way he eats! What an animal!
animal nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (type of matter)ζωικός επίθεπίθετο: Περιγράφει το ουσιαστικό που συνοδεύει, π.χ.ψηλός άντρας, καλός καιρός κλπ, και αλλάζει ανάλογα με το γένος, π.χ.καλός, καλή, καλό
 Most objects can be classified as animal, vegetable or mineral.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

WordReference English-Greek Dictionary © 2020:

Σύνθετοι τύποι:
ΑγγλικάΕλληνικά
animal activist nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (supports animal rights)ακτιβιστής υπέρ των δικαιωμάτων των ζώων περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
animal cracker nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (biscuit)μπισκότο σε σχήμα ζώου β' συνθετικό: Βρίσκεται στην τέλος μια λέξης και σε οριμένες περιπτώσης φανερώνει το νόημα αυτής, π.χ. υψηλόβαθμος, χαμηλόβαθμοςκλπ.
Σχόλιο: Δεν υπάρχει αντίστοιχος όρος.
 Children seem to enjoy biting the heads off animal crackers.
animal disease nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (illness in animals)ζωική ασθένεια, ασθένεια των ζώων ουσ θηλουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.
 Tuberculosis is an animal disease that is often found in cows.
animal husbandry nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (breeding livestock)κτηνοτροφία ουσ θηλουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.
 Animal husbandry is big business in Wisconsin, the Dairy State. She wants to be a rancher so she is studying animal husbandry in college.
 Η κτηνοτροφία είναι ιδιαίτερα ανεπτυγμένη στο Γουισκόνσιν, την Πολιτεία των γαλακτοκομικών.
animal kingdom nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (biology: category of animals)ζωικό βασίλειο ουσ ουδουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.
 Apes are ranked on top of the animal kingdom.
animal magnetism nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (personal charisma, attractiveness)ζωώδης έλξη ουσ θηλουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.
 That woman has an animal magnetism.
animal rights nplplural noun: Noun always used in plural form--for example, "jeans," "scissors." (freedom of animals from cruelty)δικαιώματα των ζώων ουσ ουδ πλουσιαστικό αρσενικό πληθυντικός: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους και είτε χρησιμοποιείται μόνο στον πληθυντικό, π.χ. τα κάλαντα, είτε αναφέρεται στον πληθυντικό για την ορθή απόδοση του μεταφραζόμενου όρου.
 John's a strong believer in animal rights.
animal science nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (study of animals)ζωολογία ουσ θηλουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.
animal shelter nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (home for unwanted pets)καταφύγιο ζώων ουσ ουδουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.
 Stray dogs are sent to the animal shelter.
animal sound nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (animal's call or cry)κραυγή ζώου ουσ θηλουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.
animal testing nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (vivisection)ζωοτομία ουσ θηλουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.
 I don't agree with animal testing, especially for cosmetics.
bryozoan,
moss animal
nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc.
(invertebrate aquatic animal)βρυόζωο ουσ ουδουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.
creepy-crawly,
creepy-crawly animal
nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc.
informal (insect, etc.) (καθομιλουμένη)ζουζούνι, μαμούνι ουσ ουδουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.
 My brother's always startled by the creepy-crawlies we see while weeding the garden.
domestic animal nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (pet)κατοικίδιο επίθ ως ουσ ουδ
  κατοικίδιο ζώο επίθ + ουσ ουδ
 The dog was the earliest domestic animal.
farm animal nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (agriculture: livestock or poultry)ζώο αγροκτήματος φρ ως ουσ ουδφράση ως ουσιαστικό ουδέτερο: Σύνολο λέξεων που αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους, π.χ. ανώτατο εκπαιδευτικό ίδρυμα, απολυτήριο λυκείου κλπ.
  ζώο της φάρμας φρ ως ουσ ουδφράση ως ουσιαστικό ουδέτερο: Σύνολο λέξεων που αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους, π.χ. ανώτατο εκπαιδευτικό ίδρυμα, απολυτήριο λυκείου κλπ.
hybrid animal nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (creature cross-bred from 2 species)υβρίδιο ουσ ουδουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.
laboratory animal nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (animal used for scientific research)πειραματόζωο ουσ ουδουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.
 The use of laboratory animals has advanced medical science.
marine animal nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (sea creature)θαλάσσιο ζώο επίθ + ουσ ουδ
 Marine animals are many and varied.
pack animal nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (animal used for carrying)υποζύγιο ουσ ουδουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.
party animal nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. figurative, informal (person who frequents drinking parties) (παλιομοδίτικο)τρελός γλεντζές ουσ αρσουσιαστικό αρσενικό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα αρσενικού γένους.
 She was a real party animal when she was younger. That party animal must be exhausted when the holidays are over.
plant and animal life nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (living organisms)φυτικό και ζωικό βασίλειο ουσ ουδουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.
political animal nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. figurative ([sb] active in politics)πολιτικός ουσ αρσ/θηλουσιαστικό αρσενικό/θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα αρσενικού ή θηλυκού γένους, π.χ. ο/η μηχανικός, ο/η δικηγόρος κλπ.
  (φράση του Αριστοτέλη)πολιτικό ζώον φρ ως ουσ ουδφράση ως ουσιαστικό ουδέτερο: Σύνολο λέξεων που αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους, π.χ. ανώτατο εκπαιδευτικό ίδρυμα, απολυτήριο λυκείου κλπ.
 Simpson continued to be a political animal who was active in the communist party.
rational animal nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (human being)έλλογο ον επίθ + ουσ ουδ
  (καθομιλουμένη)λογικό ον επίθ + ουσ ουδ
 Though we're supposed to be rational animals, we do much stupider things than animals do.
rescue animal nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (pet from animal shelter)ζώο σε καταφύγιο ζώων που θα υιοθετήσει κάποιος φιλόζωος ως ζώο συντροφιάς περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
stray animal nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (dog or cat living in the streets)αδέσποτο ζώο επίθ + ουσ ουδ
  αδέσποτο επίθ ως ουσ ουδ
stuffed animal nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (soft toy)λούτρινο παιχνίδι ουσ ουδουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.
  (μεταφορικά)αρκουδάκι ουσ ουδουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.
 We have a range of stuffed animals on the bed, mainly teddy bears.
 Έχουμε διάφορα λούτρινα παιχνίδια στο κρεβάτι και κυρίως αρκουδάκια.
stuffed animal nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (embalmed animal)ταριχευμένο ζώο ουσ ουδουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.
 The taxidermist has a number of stuffed animals displayed in his shop window.
wild animal nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (untamed creature)άγριο ζώο, κτήνος ουσ ουδουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.
 Keeping wild animals as pets is a bad idea. When children eat too much sugar, they can begin to behave like wild animals.
 Να κρατάς άγρια ζώα ως κατοικίδια είναι κακή ιδέα. Όταν τα παιδιά τρώνε πολύ ζάχαρη, μπορεί να αρχίσουν να συμπεριφέρονται σαν κτήνη.
wild animal nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (savage or fierce creature)άγριο ζώο, κτήνος ουσ ουδουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.
 The explorer was attacked and eaten by wild animals.
wildlife park,
animal park
nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc.
(animal reserve)πάρκο άγριας ζωής, πάρκο άγριας πανίδας, πάρκο άγριων ζώων φρ ως ουσ ουδφράση ως ουσιαστικό ουδέτερο: Σύνολο λέξεων που αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους, π.χ. ανώτατο εκπαιδευτικό ίδρυμα, απολυτήριο λυκείου κλπ.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.
Ο όρος 'animal' βρέθηκε επίσης στις εγγραφές:
Στην αγγλική περιγραφή:
Συμφράσεις: [wild, domestic, domesticated, tame, farm] animals, the animal kingdom, [stuffed, model, toy, plush] animals, περισσότερα…

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση animal στον τίτλο:

Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο 'animal'.

Σε άλλες γλώσσες Ισπανικά | Γαλλικά | Ιταλικά | Πορτογαλικά | Ρουμανικά | Γερμανικά | Ολλανδικά | Σουηδικά | Ρωσικά | Πολωνικά | Τσέχικα | Τούρκικα | Κινέζικα | Ιαπωνικά | Κορεατικά | Αραβικά

Advertisements
Advertisements

Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης