anecdote

UK:*UK and possibly other pronunciationsUK and possibly other pronunciations/ˈænɪkdəʊt/US:USA pronunciation: IPA and respellingUSA pronuncation: IPA/ˈænɪkˌdoʊt/ ,USA pronunciation: respelling(anik dōt′)

WordReference English-Greek Dictionary © 2020:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
anecdote nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (entertaining story)ανέκδοτο ουσ ουδουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.
 Miles is a wonderful dinner guest; he entertains everyone with his anecdotes.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.
Ο όρος 'anecdote' βρέθηκε επίσης στις εγγραφές:
Στην αγγλική περιγραφή:

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση anecdote στον τίτλο:

Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο 'anecdote'.

Σε άλλες γλώσσες Ισπανικά | Γαλλικά | Ιταλικά | Πορτογαλικά | Ρουμανικά | Γερμανικά | Ολλανδικά | Σουηδικά | Ρωσικά | Πολωνικά | Τσέχικα | Τούρκικα | Κινέζικα | Ιαπωνικά | Κορεατικά | Αραβικά

Advertisements
Advertisements
Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης