androgynous

UK:*UK and possibly other pronunciationsUK and possibly other pronunciations/ænˈdrɒdʒɪnəs/US:USA pronunciation: IPA and respellingUSA pronuncation: IPA/ænˈdrɑdʒənəs/ ,USA pronunciation: respelling(an drojə nəs)

WordReference English-Greek Dictionary © 2020:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
androgynous adjadjective: Describes a noun or pronoun--for example, "a tall girl," "an interesting book," "a big house." (unisex)ανδρόγυνος επίθεπίθετο: Περιγράφει το ουσιαστικό που συνοδεύει, π.χ.ψηλός άντρας, καλός καιρός κλπ, και αλλάζει ανάλογα με το γένος, π.χ.καλός, καλή, καλό
 In the 1970s, David Bowie was famous for his androgynous look.
androgynous adjadjective: Describes a noun or pronoun--for example, "a tall girl," "an interesting book," "a big house." (biology: both male and female) (βιολογία)ερμαφρόδιτος επίθεπίθετο: Περιγράφει το ουσιαστικό που συνοδεύει, π.χ.ψηλός άντρας, καλός καιρός κλπ, και αλλάζει ανάλογα με το γένος, π.χ.καλός, καλή, καλό
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.
Ο όρος 'androgynous' βρέθηκε επίσης στις εγγραφές:
Στην αγγλική περιγραφή:

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση androgynous στον τίτλο:

Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο 'androgynous'.

Σε άλλες γλώσσες Ισπανικά | Γαλλικά | Ιταλικά | Πορτογαλικά | Ρουμανικά | Γερμανικά | Ολλανδικά | Σουηδικά | Ρωσικά | Πολωνικά | Τσέχικα | Τούρκικα | Κινέζικα | Ιαπωνικά | Κορεατικά | Αραβικά

Advertisements
Advertisements
Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης