amplify

Listen:
UK:*UK and possibly other pronunciationsUK and possibly other pronunciations/ˈæmplɪfaɪ/US:USA pronunciation: IPA and respellingUSA pronuncation: IPA/ˈæmpləˌfaɪ/ ,USA pronunciation: respelling(amplə fī′)

Inflections of 'amplify' (v): (⇒ conjugate)
amplifies
v 3rd person singular
amplifying
v pres pverb, present participle: -ing verb used descriptively or to form progressive verb--for example, "a singing bird," "It is singing."
amplified
v pastverb, past simple: Past tense--for example, "He saw the man." "She laughed."
amplified
v past pverb, past participle: Verb form used descriptively or to form verbs--for example, "the locked door," "The door has been locked."

WordReference English-Greek Dictionary © 2020:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
amplify [sth] vtrtransitive verb: Verb taking a direct object--for example, "Say something." "She found the cat." (make louder) (ήχο)ενισχύω ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
amplify [sth] vtrtransitive verb: Verb taking a direct object--for example, "Say something." "She found the cat." (intensify)ενισχύω ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
  εντείνω ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.
Ο όρος 'amplify' βρέθηκε επίσης στις εγγραφές:
Στην αγγλική περιγραφή:

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση amplify στον τίτλο:

Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο 'amplify'.

Σε άλλες γλώσσες Ισπανικά | Γαλλικά | Ιταλικά | Πορτογαλικά | Ρουμανικά | Γερμανικά | Ολλανδικά | Σουηδικά | Ρωσικά | Πολωνικά | Τσέχικα | Τούρκικα | Κινέζικα | Ιαπωνικά | Κορεατικά | Αραβικά

Advertisements
Advertisements

Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης